Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Ένα πρώτης έντασης φεγγάρι

''Πέρασε της Εστίας η γιορτή,
αναστενάζω συνεχώς έχοντας τώρα ξεμεθύσει -
Γιατί να θλίβομαι για τους παλιούς τους φίλους
           και το σπίτι;
Καλύτερα με νέα φωτιά να βράσω νέο τσάι,
να γράψω ποιήματα και ν' αναλάβω ρίσκα,
όσο έχω χρόνο μπροστά μου ακόμα''

ΣΟΥ ΣΙΧ (1037-1101)


Η δύναμη και η αδιαφορία είναι το πιο πιστό ζευγάρι.
Ο πολεμιστής έχει μάθει να μεθά.
Αποκοιμήθηκα μπροστά σε νεογέννητο στίχο,
ένα πρώτης έντασης φεγγάρι.

Λησμόνησα την ανυπαρξία και γέλασα,
θυμάσαι την ιερή στιγμή Αρθούρε;
Ξιφομαχώ μόνο με θηρία πια.
Ο Διόνυσος ήρθε από τον ουρανό
ή από ένα μακρινό βουνό.

Πάλεψα με δυο δαίμονες,
σκόρπισα τη στάχτη μου για να δικαιωθώ.
Στα χέρια μου η κούπα μου ζεστή
ανάμνηση από κάποιο όνειρο
ή κάποια αυγή.

Τρόμαξα μπροστά στη θέα της μοναξιάς -
ήμουν ακόμα νέος.
Βρέχει και ο ποταμός ουρλιάζει,
στοχάζομαι τα πόδια σου ξανά
και πίνω ακμαίος.


Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Το φεγγάρι του Λι Πο

''Γιατί να νοιάζομαι για το αύριο;
Εδώ θα μείνω μαζί με το κρασί μου,
άθλιος και γερασμένος, ένας ξένος απ΄το νότο.
Μισώ τον ήχο των τρελών πανηγυριών.
Μακριά απ' το γλέντι θ' απλώσω το ψαθί μου
και σαν μεθύσω θα μπορέσω να κοιμηθώ''

ΤΣΟΥ ΠΑΝΓΚ ΓΕΝ (1056-1121)


Ο χειμωνιάτικος αέρας καλωσορίζει την κρυφή ανοιξιάτικη μελαγχολία.
Το ύφος καλωσορίζει τις αναφορές
και ο καπνός ανθίζει μέσα στο παιδικό δωμάτιο.
Η φωτιά ανάβει στο απέναντι μπαλκόνι
και είναι δύσκολο να γλεντήσεις
με όλες σου τις μάσκες.

Αυτή η γλυκιά ανατριχίλα είναι οιωνός καλός,
είναι δύσκολο να μεθύσεις όταν δεν είσαι μόνος.
Πως να επιδείξεις υπομονή όταν σε καίει
η ανάσα της παρακμής;

Κάποτε φίλιωσα με την κοινή ιδέα,
αλλά το πνεύμα δεν ρωτάει αν είσαι ο εκλεκτός.
Ούτε το πνεύμα, ούτε το κρασί.
Η περιπλάνηση είναι το πιο ακραίο όνειρο.

Περπάτησα σε δρόμους με μνήμες παλιές,
σε ένα πρόσωπο βολεύτηκε η φαντασίωση μου.
Υπέκυψα κρυφά στις απολλώνιες ηδονές·
τίποτα δεν θα μείνει.
Κανένας δεν θα πιει με στίχο δικό μου.


Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Μια αόριστη αφήγηση της διαδικασίας της ονειροπόλησης

Είναι όμορφη. Και η κολλητή της είναι όμορφη. Και η αδερφή της είναι όμορφη. Όποτε δεν ονειρεύομαι αυτή, ονειρεύομαι τις εναλλακτικές που της μοιάζουν. Η ανάμνηση της πρώτης φοράς. Η ανάμνηση εκείνων των παλιών, καλών εποχών που γύρναγα στο σπίτι μεθυσμένος και φίλαγα τα μαξιλάρια. Χωρίς να έχω το μέλλον που χρειάζεται για να κατακτήσεις ένα γοητευτικό βλέμμα. Χωρίς την καρδιά του πολεμιστή, χωρίς το σπαθί μου, χωρίς το συμβιβασμό μου, μόνο το μισογεμάτο ποτήρι μου και εκείνο το ρομαντικό παραλήρημα του τρελού του χωριού.

Τα όνειρα μου έχουν μια παραδοξότητα. Δεν ονειρεύομαι την κατάκτηση, μόνο την εκδίκηση. Η μάσκα μου δεν είναι στο επίπεδο του Νίτσε. Όχι, όμως την εκδίκηση των μέτριων, μόνο τη θεία εκδίκηση των εκλεκτών. Η ρουτίνα ήταν η εξής. Πρώτα, έβρισκα το κατάλληλο τραγούδι ώστε να δημιουργήσω το φόντο της ονειροπόλησης. Κάθε τραγούδι χρησιμεύει σαν φόντο. Το τραγούδι ορίζει τη διάθεση και αντικαθιστά τη διαδικασία του περιπάτου ως μέσο παραγωγής σκέψεων. Για να γράψεις, πρέπει να είσαι ακίνητος. Αλλά για να σκεφτείς, πρέπει να είσαι σε κίνηση. Η καλή μουσική οφείλει να παίζει το ρόλο της κίνησης, χωρίς όμως να περιορίζει τα όρια του συναισθήματος.

Ένα τσιγάρο ή ένα ποτό πάντα βοηθάει. Το τσιγάρο δημιουργεί τη σκηνή και το ποτό τους θεατές. Η δοσολογία είναι ανάλογη της ποιότητας της ονειροπόλησης. Τα δικά μου όνειρα δεν αφορούν τα δικά μου συναισθήματα, αλλά τα συναισθήματα αυτών που παρακολουθούν τα ονειρικά μου επιτεύγματα. Η φαντασίωση της δικαίωσης. Οπότε στην ουσία παίζω συνεχώς στο μυαλό μου την ίδια σκηνή και το μόνο που αλλάζει είναι η ένταση των συναισθημάτων. Το βλέμμα της και η επιθυμία της είναι η εικόνα που θέλω να γοητεύσω. Δεν είναι προσωπικό το ζήτημα, απλά εκφράζει την αφέλεια της νεανικής αναζήτησης του έρωτα. Για να ξεπεράσεις μια γυναίκα πρέπει πρώτα να την απομυθοποιήσεις. Ο μύθος είναι μάστιγα, το ίδιο και η θεοποίηση και οι πρίγκιπες και οι άγιοι είναι συμπλέγματα που αρμόζουν μόνο στους μέτριους ή για να το πω διαφορετικά στο λαό.

Πως να τα βγάλεις πέρα με δυο δαίμονες που δεν λένε να σε αφήσουν ήσυχο, με δυο νεκρούς να φυτοζωούν στο διπλανό δωμάτιο, με μια μάσκα που οφείλεις να φορέσεις και με τα φτερά καρφωμένα πάνω σε μια ανήμπορη πλάτη; Η ονειροπόληση και η φιλοσοφία είναι δυο πιθανότητες, που καθορίζουν την αιωνιότητα. Το χειρότερο όμως δεν είναι αυτό. Είναι η φρίκη μιας ταιριαστής σχέσης. Μιας σχέσης ανάμεσα στο καλό και το μοιραίο. Η κραυγή της δεν είναι ανάλογη των πνευματικών της δυνατοτήτων. Όσο περνάνε τα καλά χρόνια, τόσο μειώνονται και οι πιθανότητες της ολοκλήρωσης. Αντίθετα με ότι θρυλείται, η αποδοχή είναι ένα γιατρικό με ημερομηνία λήξης. Τα μάτια της δεν είναι αγάπη, ούτε σεξ, είναι μια αφορμή και όποιος το έχει συνειδητοποιήσει αυτό έχει κάνει ένα σταθερό πρώτο βήμα προς την άβυσσο.

Οπότε, η σημερινή νύχτα είναι άλλη μια νύχτα βαθιάς ονειροπόλησης. Με το πιάνο μου να έχει αντικαταστήσει το σαξόφωνο μου. Το βλέμμα της θλίψης της εμπνέει το πνεύμα μου. Είχε την ατυχία να με γνωρίσει εκείνα τα παλιά, καλά χρόνια της ατέλειωτης περιπλάνησης. Τώρα η περιπλάνηση μου έχει κάποιες βάσεις και ίσως και κάποιο στόχο, ενώ η πραγματικότητα δεν είναι πια μια πόρτα που την ανοίγω όποτε θέλω. Εμπνευσμένος λοιπόν από την ευτυχία των μετρίων, μεθυσμένος από την ατυχία των κυνικών, απορημένος με την ανύψωση από το βάλτο, χωρίς τα απαραίτητα όπλα και χωρίς να είμαι βέβαιος για το γνήσιο της πολεμικής μου ταυτότητας, συνεχίζω την περιπλάνηση που με γέννησε και με σκότωσε την ίδια ακριβώς στιγμή.