Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Μια μπύρα μες στα χιόνια

Μια προσβολή που χάνεται μέσα στην απεραντοσύνη του διαστήματος, καθώς εσύ πίνεις μπύρες μες στο χιόνι με δύο άγνωστους, που έτυχε να γίνεται φίλοι κάτω από τις αδιευκρίνιστες συνθήκες της παιδικής αμνησίας. Παραπατώντας στα πρόθυρα της μέθης και με τον αγνό θυμό που δημιουργεί και καταστρέφει χωρίς όρους και ηθικολογίες μιας παρακμής που αποτελεί το προσωπείο σου σε αυτή τη σύντομη ζωή.

- Θα μου στείλει μήνυμα η γκόμενα; Λες να την κυνηγήσω ή να περιμένω να με κυνηγήσει αυτή;

Οι εύλογες απορίες του συνοδοιπόρου μου με είχαν εκστασιάσει.

- Στείλει δεν στείλει, σε κυνηγήσει ή δεν σε κυνηγήσει, δεν έχει καμιά σημασία αν έχεις υπερβεί τον μέσο όρο. Όχι, τον μέσο όρο της μετριότητας, αλλά τον μέσο όρο της μετριότητας που έχει τις δυνατότητες για την υπέρβαση. Σε αυτό το επίπεδο είτε είσαι στο πρώτο καβαφικό σκαλί, είτε είσαι σε μια διαρκή ανύψωση, η ερώτηση και η απάντηση ταυτόχρονα είναι μια. Σημασία έχει ποιος είσαι εσύ. Δεν έχει σημασία αν θα βγεις κερδισμένος ή χαμένος, δεν έχει σημασία αν θα πάρεις τον πούλο ευγενικά ή αν θα ατενίζεται τη γαμημένη την πανσέληνο αγκαλιά με ένα ποτήρι κρασί και μια καπότα στο πορτοφόλι. Όλα αυτά δεν σε αφορούν, το ψέμα και η αλήθεια είναι πλέον το ίδιο και όπως και ο Βιγιόν θα χαθείς με το κεφάλι ψηλά εξ ορισμού. Δεν είσαι απλά ένας μαλάκας που αναπνέει, είσαι ένας άνθρωπος και οι επιλογές δεν υφίστανται απ' τη στιγμή που η αιωνιότητα σου ανήκει, άσχετα αν έχεις το ταλέντο να την υποτάξεις.

Δεν κατάλαβε Χριστό και η νύχτα είχε την αθώα ομορφιά ενός ανήλικου κοριτσιού.

- Ρε μάγκες έχω έναν γνωστό που του την βάρεσε και πήρε τα βουνά. Πριν πάει βέβαια πέρασε μια βόλτα από το Δρομοκαΐτειο. Τώρα είναι όλη μέρα στα καφενεία και πίνει τσίπουρα με τους τσοπάνηδες. Για το κρύο λένε τα πίνουν, κάνει καλό. Βέβαια, ένα μπουκάλι την ημέρα δεν το λες και καλό, αλλά η ζωή κυλάει ευχάριστα. Ώσπου ένα ωραίο πρωί να πάρεις την καραμπίνα και να καθαρίσεις το μισό χωρίο και πριν προλάβεις να τινάξεις τα μυαλά σου στον αέρα να συνειδητοποιήσεις ότι δεν σου 'χει μείνει ούτε μια σφαίρα. Αυτό εγώ το λέω αλτρουισμό.

Χαμογέλασα. Άρχισε να χιονίζει πάλι. Η μπύρα μου στο χέρι και ο δρόμος άδειος.

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Εμπειρίκος και βανδαλισμοί

Ήμασταν σε ένα παρακμιακό καφενείο στο Μεταξουργείο ή στο σπίτι ενός φίλου με θέα τον Λυκαβηττό. Ήταν Χριστούγεννα, αλλά οι κακές συνήθειες δεν αλλάζουν εύκολα. Η μνήμη εντάσσεται και αυτή στα πλαίσια της εντροπίας και κλασσικά χριστουγεννιάτικα τραγούδια αναμειγνύονται με χύμα ούζο που σε στέλνει αδιάβαστο από την ώρα που στο ακουμπάνε στο τραπέζι.

Την προσοχή του τραπεζιού είχε αποσπάσει μια Θεά και από κάπου ακουγόταν το Ισπαχάν του Εμπειρίκου. ''Καταιγίς οξυτάτης μορφής εσκέπασε τη χώρα''. Δεν έχει σημασία άμα είναι καλή, σημασία έχει να είναι η καλύτερη. Σαξόφωνα και μελωδίες παλαιάς κοπής μπόλιαζαν τους μονολόγους μας.

''Κοίτα κάτι μαλλιά που έχει η τύπισσα, να τα κόψεις να τα κάνεις κασκόλ για τον χειμώνα''. Οι κραυγές του φίλου μου για τα κάλλη της Γυναίκας που καθόταν δίπλα μας με είχαν συγκλονίσει. Καθαρά φυσικά ένστικτα και τα ποτήρια αδειάζανε με αστρική πυγμή.

Μόνο τα δυνατά μεθύσια θυμάσαι, όλα τα άλλα είναι στάχτη και στιγμές. Έλβις και μετά βανδαλισμοί μέχρι να ξεμεθύσουμε. Περίπατοι ανάμεσα στα φώτα και όνειρα για δυνατές φωτιές. Αποτυχημένοι μέχρι το μεδούλι και γοητευτικά παρανοϊκοί ανάμεσα στα ξενερώματα του καθιερωμένου μεθυσιού της Παρασκευής.

''Πάω να την πέσω σε ένα άλογο φίλε μου''. Οι λύκοι της ματαιότητας είχαν βγει παγανιά και τα θηλυκά, ανάλογα τη διάθεση και το αλκοόλ, υποτιμούσαν ή ανέχονταν τον συστηματικό μας εμπαιγμό. Κάποιοι ανδρώθηκαν στου κάπα το κρεβάτι, άλλοι εντάχθηκαν στον φαύλο κύκλο των Εξαρχείων και άλλοι σε πανεπιστήμια για μορφωμένους αγροίκους και το βράδυ για ποτό στο Κολωνάκι. Καλή χρονιά και μετά φέτες στο σπίτι των γονιών σου, στα παγκάκια για τσιγάρο και σιωπή και η Αθήνα είναι πλέον η ελίτ της επαρχίας.

Παρακμή και κόκκινα φώτα, γκόμενες που διαβάζουν Ρίτσο και ζώδια, ανδρείκελα με πτυχία, επανάσταση και μπάλα. Ένας απέραντος βάλτος γεμάτος άδεια μπουκάλια και αχρησιμοποίητες καπότες, μια εκστατική παλινωδία, ένας ύμνος αληθοφάνειας και μια ημιμάθεια που σπάει κόκαλα και αρχίδια. Η αυτοπεποίθηση που πηγάζει από την ένταξη στην κοινωνική υποκουλτούρα είναι μια φρικτή ψευδαίσθηση του τέλους. Σηκώνω το ποτήρι μου, ανάβω το τσιγάρο και όπως και ο Λι Πο, φεύγω χίλια μίλια σκεπτικός.

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

Εγώ έπινα, αυτή ήταν όμορφη

Και αν υποθέσουμε ότι έχεσε ή έφτυσε πριν έρθει εδώ, αυτό δεν αφαιρεί τη γοητεία από το βλέμμα της. Στην ουσία επιλέγουμε να απορρίψουμε κάποιες βιολογικές λειτουργίες από τη τυπική πρακτική της ερωτικής αφορμής προς όφελος της ποίησης, της εμπειρικής εξερεύνησης της νεότητας ή απλά λόγω της υποσυνείδητης επιρροής της αμερικάνικης ή της ρομαντικής σχολής της Γαλλίας του 18ου αιώνα. Σε πέντε ώρες τα φώτα ανοίγουν και εγώ δεν είμαι δέσμιος της μπύρας.

Ο αυνανισμός που θα ασκήσω στο πέος μου μετά την ερμηνεία του έρωτα ως κίνητρο ζωής, θα επαναφέρει τα φυσικά μου ένστικτα στη διαδικασία της πρωτογενής συνειδητότητας. Το βλέμμα της σε συνδυασμό με τη τριβή της παλάμης μου με τη ψωλή μου θα τοποθετήσει και τη σημερινή νύχτα στη σφαίρα της ματαιότητας στην οποία ανδρώθηκα. Η φύση με περιμένει.

Μια όμορφη γυναίκα εισέβαλε μέσα στην ανδρική θαλπωρή της κρασοκατάνυξης και εγώ σε μια γωνία να περιμένω για το επόμενο χτύπημα της ανάμνησης εκείνου του γαμημένου μπλε φεγγαριού. Με τσίπουρο και μπιτ ποίηση και αυτή μια σάρκα με προσεγμένο ντύσιμο και η φωτιά καίει και ο χειμώνας δεν είναι τόσο βαρύς όσο περιμέναμε τελικά.

Μια γουλιά ακόμα και θα της μιλήσω. Ένα μέτρο απόσταση και η αρσενική μανία με καταβάλει. Ένα φιλί είναι μια μεταβλητή στιγμή μέσα στο χάος. Η μνήμη απορεί. Κάποιοι τα παρατήσανε. Το άγχος του μέλλοντος απορρέει από την άγνοια της όρασης. Είναι ταιριαστό ζευγάρι, αλλά εγώ δημιουργώ μια νέα υπόσταση στην ερμηνεία της επαναλαμβανόμενης άτακτης υποχώρησης απέναντι στο τετελεσμένο, κάθε φορά που πίνω καθήμενος ή περπατάω υπό την επήρεια της ονειρικής μου αυτοκαταστροφής.

Θα μεθύσω για χάρη της ποιητικής μου οξυδέρκειας και οι χαμένοι της καθιερωμένης επιβίωσης κάποτε θα υποκλιθούν ή απλά θα βγάλουν το καπέλο μπροστά στον γνήσιο χαρακτήρα της καθαρόαιμης ελεύθερης γραφής.

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

Μια ήμερη γάτα και ένα ποτήρι κονιάκ

Η καθημερινή απαξίωση είναι γιορτή για αυτούς που ανάβουν τις πιο δυνατές φωτιές. Αν φανέρωνα έστω και ένα μέρος του αμφιλεγόμενου ταλέντου μου, είμαι βέβαιος ότι η αποδοχή του κοινωνικού πάτου με τον οποίο συναναστρέφομαι θα με αποζημίωνε για τη χρόνια μοναξιά μου. Να γίνω πιο σαφής. Θα με ερωτευόντουσαν επιτέλους οι γυναίκες που ερωτεύομαι. Η τουλάχιστον δεν θα με αντιμετώπιζαν πια ως έναν χαριτωμένο παλιάτσο. Η μάσκα μου όμως είναι σκληρή απέναντι σε αυτές τις επιθυμίες. Δεν είναι φόβος, είναι τεχνική. Αλήθεια υπάρχει χώρος και χρόνος για κάποιον που μπορεί και να είναι ποιητής της ζωής;

Είμαι ικανός μόνο για να εκμεταλλευτώ την αδυναμία του χρόνου ή την αθωότητα της ονειροπόλησης. Το ζενίθ της γυναικείας υπόστασης είναι άπιαστη συνθήκη για έναν κατά ανάγκη γελωτοποιό της μοίρας. Η ειρωνεία της ζωής δεν με απαλλάσσει από τα καθήκοντα της επιβίωσης. Μελαγχολώ μπροστά στην αέναη φωτιά και η μουσική μου είναι φάρος ενός ανέλπιστου μέλλοντος. Η μούσα μου με νίκησε, η επιλογή δεν ήταν ποτέ δική μου.

Ας υποθέσουμε ότι δεν είμαι ο δολοφόνος και εσύ δεν είσαι απλά μια κούκλα μπροστά από φωτιά. Ας υποθέσουμε πως δεν θα κυλήσουν τα χρόνια με δάκρυα και αμφιβόλου ποιότητας γέλια. ''Θα έρθουν και καλύτερες μέρες'', μου είχες πει. Εγώ έπινα κονιάκ και εσύ λευκό κρασί. ''Δεν θα έρθουν, αλλά δεν γαμιέται'', σου είχα απαντήσει, έχοντας μεθύσει εδώ και χρόνια. Κάποτε οι τοίχοι θα βαφτούν με τους στίχους μου.

Ο Έζρα Πάουντ το είχε θέσει στη σωστή του βάση. Όταν μιλάνε οι δάσκαλοι, η φύση δακρύζει.


ΗΜΕΡΗ ΓΑΤΑ

Με ξεκουράζει να βρίσκομαι ανάμεσα σ' ωραίες γυναίκες.
Γιατί να λέμε πάντοτε ψέματα για τέτοια πράγματα;
Το ξαναλέω:
Με ξεκουράζει να κουβεντιάζω μ' ωραίες γυναίκες
κι αν ακόμη δε λέμε παρά ανοησίες,
το χουρχούρισμα που κάνουν οι αόρατες κεραίες
είναι και διεγερτικό και πολύ ευχάριστο.


Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

Σαν το κρασί ή σαν ένα ποίημα του Μπωντλαίρ

Δεν ερωτεύτηκα. Κάπνιζα από αμηχανία και της το είπα. Πρέπει να πιω. Πρέπει να μεθύσω. Το κενό ή το μηδέν. Έχω φτωχό λεξιλόγιο. Πάω να περιγράψω μια αλήθεια και χάνομαι. Δεν ξέρω τι είναι αλήθεια. Δεν πιστεύω σε τίποτα ανθρώπινο, γιατί δεν πιστεύω στον άνθρωπο. Μόνο στο πνεύμα πιστεύω, που σκάει σαν κεραυνός ή σαν ηλιαχτίδα το πρωί.

Με λίγο κρασί θα γίνει η δουλειά. Ένα τσιγάρο και Μπετόβεν. Με ελεύθερη γραφή και ελεύθερο μυαλό. Δεν είναι τεχνική, είναι απαίτηση. Δεν αξίζει να γράφεις, καλύτερα βγάλε λεφτά. Ποιος χέστηκε για το όραμα σου. Αν κάποτε πιεις χωρίς έγνοιες θα είναι παράσημο. Αυτή η φωτιά όμως. Αυτή η νύχτα. Δεν αφήνουν περιθώριο. Και η νυχτερινή βόλτα δεν βοηθάει. Η απαξίωση από γυναίκες και φίλους δεν βοηθάει. Η ζωή δεν βοηθάει και οι νεκροί σίγουρα δεν βοηθάνε.

Να γυρνάς σαν τον τρελό. Κανά πιώμα και μετά στο διάολο. Μέχρι να ασπρίσουν τα μαλλιά και να τελειώσει το όνειρο. Μέχρι να σε καταπιεί η ιδέα της σύνταξης. Άμα δεν είσαι άνθρωπος της πράξης τι κάνεις; Άμα δεν έχεις φράγκα τι κάνεις; Άμα δεν έχεις αφήσει έργο πίσω σου τι κάνεις; Σαν τον Περικλή Γιαννόπουλο που μπήκε με το άσπρο του άλογο στη θάλασσα και έριξε με το όπλο στο ψαχνό. Για να είσαι αληθινός ρομαντικός πρέπει πρώτα να έχεις αποφοιτήσει από τη βάρβαρη σχολή του κυνισμού.

Ξεχασμένος από όλους και τρελός μες στους τρελούς. Αυτός ο κόσμος είναι ένα απέραντο τρελοκομείο και όμως κανείς δεν δείχνει να παίρνει στα σοβαρά αυτή την πραγματικότητα. Για ένα πιάτο φαΐ και ένα μουνί χαραμίζεις την μετριότητα σου. Ένας μέτριος με όνειρα ανθρώπου. Πότε θα γίνει η αλλαγή; Την ακούς αυτή την κραυγή; Κάπου εδώ χωράει και ένα φεγγάρι. Η γυναίκα είναι μια ανταμοιβή.

Η ομορφιά ακολουθεί τη δύναμη. Και είναι χειμώνας και τα νιάτα χαραμίζονται σε άδεια κρεβάτια. Ή σε μεγάλα κρεβάτια. Αυτά τα μαλλιά και αυτό το όπλο κάτω από το μαξιλάρι. Κοιμήθηκα στην αγκαλιά της. Ευτυχώς ήταν όνειρο. Οι μούσες δεν ανέχονται τις μάσκες. Οι μούσες θέλουν πάνω από όλα μια υπόσχεση αιωνιότητας. Η μόνη υπόσχεση που μπορώ να δώσω είναι ότι θα έχω γίνει λιώμα μέχρι τις δύο. Και είναι Χριστούγεννα και αυτά τα φώτα μαγεύουν. Σαν το κρασί ή σαν ένα ποίημα του Μπωντλαίρ.

''Μέσ᾿ στων παθών μας τ' άτιμο κλουβί, προβαίνει αγάλια,
θεριό πιο βρώμικο, κακό, την ασκημιά να δείξει!

Κι αν δε σαλεύει κι ούτε ακούει κανένας το ουρλιαχτό του,
όλη τη γη θα ρήμαζε, και στο χασμουρητό του
θα ῾θελε να κατάπινε τον κόσμο -αυτό ῾ναι η πλήξη!''


Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Ήθελα να την αγκαλιάσω

Θα συναντιόμασταν στις 10 στο Σύνταγμα. Ήταν όμορφη. Είχε όμως δοθεί ολοκληρωτικά στον αμείλικτο και σκληρό χρόνο. Η νύχτα ήταν ωραία και η μπύρα στο χέρι. Περπατούσα μισή ώρα ονειροπολώντας. Ήταν μια νύχτα ωραία.

Διάλεξε αυτή το μέρος. Δεν είχα κανένα πρόβλημα. Είχα λεφτά στη τσέπη, αλκοόλ στο αίμα και είχα καταληφθεί από τη γοητεία του φρέσκου ονείρου. Ξαφνικά ένιωσα μέσα μου το γνωστό, παλιό συναίσθημα. Θα άλλαζε επιτέλους πρόσωπο η φαντασίωση μου; Θα έβρισκα την μούσα μου; Θα αποκτούσε επιτέλους κάποιο νόημα αυτή η ατέλειωτη περιπλάνηση; Και να μην αποκτούσε όμως είχα άλλη μισή ώρα περιπατητικής ονειροπόλησης. Σύμφωνα με τον Νίτσε οι καλύτερες σκέψεις είναι αυτές που κάνεις περπατώντας. Θα τολμήσω να συμπληρώσω ότι και τα καλύτερα όνειρα είναι αυτά που κάνεις περπατώντας. Η τέχνη της ονειροπόλησης είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση.

Πάνω στο μεθύσι και την αδιαφορία μου της είχα συστηθεί ως άστεγος. Δεν το πολυπίστεψε βέβαια, αλλά το παραμύθι μου είχε μάλλον μια εναλλακτική γοητεία. Όταν της φανέρωσα μια από τις μάσκες μου φάνηκε να απογοητεύεται. Λογικό. Σε μια εποχή απόλυτης παρακμής όλοι προτιμάνε το μηδέν. Κάποτε είχα αγαπήσει και εγώ το μηδέν, ώσπου η φύση μου συστήθηκε ένα βράδυ. Ήμουν μηδενιστής από ανάγκη και όχι από επιλογή. Όπως είμαι και ''καλλιτέχνης'' από ανάγκη. Δεν επέλεξα τίποτα, με επέλεξαν. Το πνεύμα δεν χτυπάει την πόρτα, ούτε έρχεται με πρόσκληση. Είναι άνεμος το πνεύμα. Είναι κάτι πέρα από τις δυνάμεις και του πιο γενναίου πολεμιστή. Δεν ανήκει σε κανέναν το πνεύμα, δεν είναι ιδιοκτησία κανενός. Είναι κοινό και αιώνιο.

Είχε όμορφο πρόσωπο. Μου αρέσουν τα όμορφα πρόσωπα. Το βλέμμα της συνδύαζε τη ζωντάνια της ετοιμοθάνατης νεότητας και την μελαγχολία των χαμένων ονείρων. Έτσι είναι η ζωή κούκλα μου. Άσε του προβληματισμούς σου για ένα βράδυ και χόρεψε μαζί με το τελευταίο ζωντανό άνθρωπο που υπάρχει σε αυτή την πόλη. Πάλι αυτές οι αδικαιολόγητες κρίσεις μεγαλομανίας. Ένας ονειροπόλος με επίγειους στόχους. Ένα τίποτα μέσα στο κρύο και τους μορφωμένους αγροίκους. Αλλά αυτό το βλέμμα δεν με ξεγελάει. Θα μου χαρίσει νέα οράματα και νέους δρόμους. Άκουσα τη φωνή να μου ψιθυρίζει σιγά στο αυτί. ''Αφού όλα γύρω γίνονται μονάχα για να δίνουν στα ποιήματα σου μια αφορμή''.

Έχει περάσει πολλά. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζει. Εγώ δεν έχω περάσει τίποτα, αλλά τα έχω δει όλα. Δεν με ένοιαζε το παρελθόν της. Δεν υπάρχει παρελθόν και για πολλούς από μας δεν υπάρχει και μέλλον. Ήθελα να την αγκαλιάσω.

Το πιάνο ξεκίνησε. Το κρασί κύλησε. Η νύχτα τέλειωσε.

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Ένα σονέτο;

''Χθες βράδυ μέθυσα πέρα στην πλαγιά, συνήλθα,
και πάλι μέθυσα''

ΣΟΥ ΣΙΧ (1037-1101)


Κάποτε ήταν αργά.
Κάποτε μεθούσα παρέα με μεγάλη συντροφιά.
Είναι εύκολο να διαβάσεις μια αλήθεια,
η φύση απλώθηκε στα λερωμένα μου στήθια.

Κάποτε το μηδέν ήταν συμπαντική συνταγή.
Το πρώτο σκαλί δεν είναι η αρχή,
είναι παγίδα.
Ακροβάτης δεν γίνεσαι σε μια νύχτα.

Είναι δύσκολο να εκφράσω αυτό που είδα,
αυτήν τη σκληρή, την ωραία νύχτα.
Πως να παλέψω με τη ''ζωή'';

Ένα σονέτο; Άνεμε φύσα!
Γεννήθηκα στην παρακμή,
η φωτιά της νεότητας δεν θα έχει ανταμοιβή.


Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Ένα πρώτης έντασης φεγγάρι

''Πέρασε της Εστίας η γιορτή,
αναστενάζω συνεχώς έχοντας τώρα ξεμεθύσει -
Γιατί να θλίβομαι για τους παλιούς τους φίλους
           και το σπίτι;
Καλύτερα με νέα φωτιά να βράσω νέο τσάι,
να γράψω ποιήματα και ν' αναλάβω ρίσκα,
όσο έχω χρόνο μπροστά μου ακόμα''

ΣΟΥ ΣΙΧ (1037-1101)


Η δύναμη και η αδιαφορία είναι το πιο πιστό ζευγάρι.
Ο πολεμιστής έχει μάθει να μεθά.
Αποκοιμήθηκα μπροστά σε νεογέννητο στίχο,
ένα πρώτης έντασης φεγγάρι.

Λησμόνησα την ανυπαρξία και γέλασα,
θυμάσαι την ιερή στιγμή Αρθούρε;
Ξιφομαχώ μόνο με θηρία πια.
Ο Διόνυσος ήρθε από τον ουρανό
ή από ένα μακρινό βουνό.

Πάλεψα με δυο δαίμονες,
σκόρπισα τη στάχτη μου για να δικαιωθώ.
Στα χέρια μου η κούπα μου ζεστή
ανάμνηση από κάποιο όνειρο
ή κάποια αυγή.

Τρόμαξα μπροστά στη θέα της μοναξιάς -
ήμουν ακόμα νέος.
Βρέχει και ο ποταμός ουρλιάζει,
στοχάζομαι τα πόδια σου ξανά
και πίνω ακμαίος.


Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Το φεγγάρι του Λι Πο

''Γιατί να νοιάζομαι για το αύριο;
Εδώ θα μείνω μαζί με το κρασί μου,
άθλιος και γερασμένος, ένας ξένος απ΄το νότο.
Μισώ τον ήχο των τρελών πανηγυριών.
Μακριά απ' το γλέντι θ' απλώσω το ψαθί μου
και σαν μεθύσω θα μπορέσω να κοιμηθώ''

ΤΣΟΥ ΠΑΝΓΚ ΓΕΝ (1056-1121)


Ο χειμωνιάτικος αέρας καλωσορίζει την κρυφή ανοιξιάτικη μελαγχολία.
Το ύφος καλωσορίζει τις αναφορές
και ο καπνός ανθίζει μέσα στο παιδικό δωμάτιο.
Η φωτιά ανάβει στο απέναντι μπαλκόνι
και είναι δύσκολο να γλεντήσεις
με όλες σου τις μάσκες.

Αυτή η γλυκιά ανατριχίλα είναι οιωνός καλός,
είναι δύσκολο να μεθύσεις όταν δεν είσαι μόνος.
Πως να επιδείξεις υπομονή όταν σε καίει
η ανάσα της παρακμής;

Κάποτε φίλιωσα με την κοινή ιδέα,
αλλά το πνεύμα δεν ρωτάει αν είσαι ο εκλεκτός.
Ούτε το πνεύμα, ούτε το κρασί.
Η περιπλάνηση είναι το πιο ακραίο όνειρο.

Περπάτησα σε δρόμους με μνήμες παλιές,
σε ένα πρόσωπο βολεύτηκε η φαντασίωση μου.
Υπέκυψα κρυφά στις απολλώνιες ηδονές·
τίποτα δεν θα μείνει.
Κανένας δεν θα πιει με στίχο δικό μου.


Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Μια αόριστη αφήγηση της διαδικασίας της ονειροπόλησης

Είναι όμορφη. Και η κολλητή της είναι όμορφη. Και η αδερφή της είναι όμορφη. Όποτε δεν ονειρεύομαι αυτή, ονειρεύομαι τις εναλλακτικές που της μοιάζουν. Η ανάμνηση της πρώτης φοράς. Η ανάμνηση εκείνων των παλιών, καλών εποχών που γύρναγα στο σπίτι μεθυσμένος και φίλαγα τα μαξιλάρια. Χωρίς να έχω το μέλλον που χρειάζεται για να κατακτήσεις ένα γοητευτικό βλέμμα. Χωρίς την καρδιά του πολεμιστή, χωρίς το σπαθί μου, χωρίς το συμβιβασμό μου, μόνο το μισογεμάτο ποτήρι μου και εκείνο το ρομαντικό παραλήρημα του τρελού του χωριού.

Τα όνειρα μου έχουν μια παραδοξότητα. Δεν ονειρεύομαι την κατάκτηση, μόνο την εκδίκηση. Η μάσκα μου δεν είναι στο επίπεδο του Νίτσε. Όχι, όμως την εκδίκηση των μέτριων, μόνο τη θεία εκδίκηση των εκλεκτών. Η ρουτίνα ήταν η εξής. Πρώτα, έβρισκα το κατάλληλο τραγούδι ώστε να δημιουργήσω το φόντο της ονειροπόλησης. Κάθε τραγούδι χρησιμεύει σαν φόντο. Το τραγούδι ορίζει τη διάθεση και αντικαθιστά τη διαδικασία του περιπάτου ως μέσο παραγωγής σκέψεων. Για να γράψεις, πρέπει να είσαι ακίνητος. Αλλά για να σκεφτείς, πρέπει να είσαι σε κίνηση. Η καλή μουσική οφείλει να παίζει το ρόλο της κίνησης, χωρίς όμως να περιορίζει τα όρια του συναισθήματος.

Ένα τσιγάρο ή ένα ποτό πάντα βοηθάει. Το τσιγάρο δημιουργεί τη σκηνή και το ποτό τους θεατές. Η δοσολογία είναι ανάλογη της ποιότητας της ονειροπόλησης. Τα δικά μου όνειρα δεν αφορούν τα δικά μου συναισθήματα, αλλά τα συναισθήματα αυτών που παρακολουθούν τα ονειρικά μου επιτεύγματα. Η φαντασίωση της δικαίωσης. Οπότε στην ουσία παίζω συνεχώς στο μυαλό μου την ίδια σκηνή και το μόνο που αλλάζει είναι η ένταση των συναισθημάτων. Το βλέμμα της και η επιθυμία της είναι η εικόνα που θέλω να γοητεύσω. Δεν είναι προσωπικό το ζήτημα, απλά εκφράζει την αφέλεια της νεανικής αναζήτησης του έρωτα. Για να ξεπεράσεις μια γυναίκα πρέπει πρώτα να την απομυθοποιήσεις. Ο μύθος είναι μάστιγα, το ίδιο και η θεοποίηση και οι πρίγκιπες και οι άγιοι είναι συμπλέγματα που αρμόζουν μόνο στους μέτριους ή για να το πω διαφορετικά στο λαό.

Πως να τα βγάλεις πέρα με δυο δαίμονες που δεν λένε να σε αφήσουν ήσυχο, με δυο νεκρούς να φυτοζωούν στο διπλανό δωμάτιο, με μια μάσκα που οφείλεις να φορέσεις και με τα φτερά καρφωμένα πάνω σε μια ανήμπορη πλάτη; Η ονειροπόληση και η φιλοσοφία είναι δυο πιθανότητες, που καθορίζουν την αιωνιότητα. Το χειρότερο όμως δεν είναι αυτό. Είναι η φρίκη μιας ταιριαστής σχέσης. Μιας σχέσης ανάμεσα στο καλό και το μοιραίο. Η κραυγή της δεν είναι ανάλογη των πνευματικών της δυνατοτήτων. Όσο περνάνε τα καλά χρόνια, τόσο μειώνονται και οι πιθανότητες της ολοκλήρωσης. Αντίθετα με ότι θρυλείται, η αποδοχή είναι ένα γιατρικό με ημερομηνία λήξης. Τα μάτια της δεν είναι αγάπη, ούτε σεξ, είναι μια αφορμή και όποιος το έχει συνειδητοποιήσει αυτό έχει κάνει ένα σταθερό πρώτο βήμα προς την άβυσσο.

Οπότε, η σημερινή νύχτα είναι άλλη μια νύχτα βαθιάς ονειροπόλησης. Με το πιάνο μου να έχει αντικαταστήσει το σαξόφωνο μου. Το βλέμμα της θλίψης της εμπνέει το πνεύμα μου. Είχε την ατυχία να με γνωρίσει εκείνα τα παλιά, καλά χρόνια της ατέλειωτης περιπλάνησης. Τώρα η περιπλάνηση μου έχει κάποιες βάσεις και ίσως και κάποιο στόχο, ενώ η πραγματικότητα δεν είναι πια μια πόρτα που την ανοίγω όποτε θέλω. Εμπνευσμένος λοιπόν από την ευτυχία των μετρίων, μεθυσμένος από την ατυχία των κυνικών, απορημένος με την ανύψωση από το βάλτο, χωρίς τα απαραίτητα όπλα και χωρίς να είμαι βέβαιος για το γνήσιο της πολεμικής μου ταυτότητας, συνεχίζω την περιπλάνηση που με γέννησε και με σκότωσε την ίδια ακριβώς στιγμή.

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

Έχει ψυχή αυτός ο πότης

Την αγαπάω. Όχι αυτήν, μόνο το παλιό συναίσθημα. Την αλκοολική αντίληψη περί αγάπης. Μακριά από τα όρνεα. Μακριά από τις γκόμενες και τις γυναίκες των φίλων μου. Με τις νύχτες τις νεανικές, που θυμίζουν τις παλιές, καλές ιστορίες. Μόνο πρώτης εντάσεως κείμενα, να μη  προλαβαίνεις να στρίψεις το επόμενο τσιγάρο. Με το αλκοόλ να ρέει μέσα σου, με την καύλα να συσσωρεύεται στο είναι σου και εσύ να τραβάς μαλακία δίπλα στον καθρέφτη, που έχει αγοραστεί με τα λεφτά των γονιών σου, σκεπτόμενος την μάνα της πρώην γκόμενας σου. Δεν φταις εσύ που έχει τα ίδια χείλη με την κόρη της. Μια πίπα μόνο και μετά για ύπνο και μετά Καβάφη στα στενά και ίσως λίγο Νίτσε για τη τρέλα της στιγμής.

Να πάει να γαμηθεί όλος ο κόσμος. Το μόνο που έχει σημασία είναι το επόμενο κείμενο. Και αν δεν γράψεις τι θα κάνεις; Θα πεθάνεις; Θα ζήσεις; Θα γαμήσεις; Άσε τα συνθήματα για αυτούς που γουστάρουν τα μάτια που κοιτάνε τα καυλιά του διπλανού τραπεζιού. Δεν μιλάμε για λογοτεχνία. Κάποιος έφτιαξε και το συντακτικό και όσο γράφεις τόσο φεύγει και η ένταση. Μην γράφεις άλλο, μόνο γάμα και αν μπορείς βγάλε και κανένα φράγκο. Δεν γνωρίζω άγιους, μόνο πουτάνες που την βγάζουν μονογαμικά με γαμιάδες της δεκάρας, ενώ η ευρωπαϊκή ζώνη αφήνει τη τελευταία της πνοή στα κανάλια της νεοελληνικής υστερίας. Η μετριότητα βασίλευε ανέκαθεν σε αυτό τον τόπο.

Ξαναδιαβάζω το κείμενο και μου αρέσει και δεν παίρνω ναρκωτικά, μόνο κανά ούζο και ναι κάποτε την έβγαζα με δέκα ευρώ και τώρα με εκατό και πραγματικά δεν βλέπω την διαφορά. Πάλι μαλακίζομαι με μανάδες και βρέφη, πάλι η ηδονή είναι μια λέξη, μια κραυγή, λίγο σκοτάδι. Πίνω και σκέφτομαι άλλες ζωές. Μόνο κοιτάω, δεν πράττω, δεν ξέρω τι σημαίνει η λέξη πράξη. Μάλλον κάτι που κάνεις όταν δεν ξέρεις τι σημαίνει χρόνος. Όλα πέρασαν πια. Και εσύ είσαι με άλλον, αλλά δεν με ενδιαφέρει αυτό, μόνο η επόμενη νύχτα. Βάλε λίγο πάγο στο ούζο μου μαλάκα. Έχω πληρώσει το μισό και έχω κεράσει αλήθεια για δέκα ζωές. Αν δεν ήσουν τόσο ηλίθιος δεν θα ήσουν φίλος μου.

Παίξε και αυτό το κομμάτι. Δεν ξέρω ποιος είμαι. Θα πω κάτι αστείο σε λίγο. Ετοίμασε το βάρβαρο γέλιο σου. Οι σοφοί δεν ασχολούνται με Ιθάκες, μόνο με μουνιά και πούτσες, που βολτάρουν ελεύθερα από κώλο σε στόμα και έχω ένα λεκέ στο κεφάλι, που δεν καθαρίζει με λίγους σοφούς αφορισμούς. Πρωτογενής η σκέψη μου και άνομη η λαλιά μου. Φίλα με, αγκάλιασε με, έλα να κοιμηθείς μαζί μου. Αν θες ας γαμηθούμε, άλλωστε είναι νύχτα και η αυτοκτονία δεν είναι πια μια ιστορία για αγρίους. Γνώρισα την υποτίμηση και γούσταρα. Ναι και ας βαριέμαι κάτι γράφω. Μάλλον γ'αυτό δεν είναι καλό, μάλλον γ'αυτό δεν είναι βολικό.

Αποκοιμήθηκα πάνω στην ορμή μου. Το έχω ξαναπεί και τριβελίζει συνέχεια το μυαλό μου. Όλα είναι θέμα εντροπίας. Φοβάμαι πολύ συχνά. Αναιρώ όλα μου τα πιστεύω μπροστά στο ακαθόριστο κοινωνικό άγχος. Ζω ψυχαναγκαστικά, οι σκέψεις δεν είναι λουλούδια να τα δώσεις σε ένδειξη σεβασμού, δεν είναι υπόκλιση, ούτε χειραψία με ένα καινούριο άγνωστο. Δεν μιλάω για περιπτώσεις πείνας, μόνο για λίγη περιθεριοποίηση. Βρες μου ένα λόγο να δυστυχήσω, γιατί δεν βγαίνει η βδομάδα. Ούτε η μέρα μην σου πω. Έχει ψυχή αυτός ο πότης.

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Το Πρώτο Σκαλί

Συνήθιζα να κάνω βόλτες μόνος μου. Πήγαινα με τα πόδια μέχρι το Θησείο και καθόμουν στα παγκάκια, παρατηρώντας τον κόσμο που πέρναγε. Δεν ήμουν σε αδιέξοδο, δεν είχα την απαραίτητη δόση δυστυχίας, μόνο μια ακαθόριστη μελαγχολία. Η πληγή μου δεν ήταν βαθιά. Αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά. Ονειροπολούσα με κινηματογραφική ακρίβεια και πάντα με βασάνιζε η ίδια απορία. Είναι όλα αυτά αλήθεια; Όχι πολύ πρωτότυπη υπαρξιακή αναζήτηση, αλλά δεν είμαι ο εκλεκτός. Ίσως μόνο σε σύγκριση με την κοινή ανυπαρξία.

Έχω βαλτώσει στο πρώτο σκαλί του Καβάφη. Ίσως είναι νωρίς ακόμα, αλλά τα δείγματα είναι εμφανή. Η οκνηρία και η λαγνεία δεν με αφήνουν να δράσω και να συγκεντρωθώ. Ο Καβάφης με ανακουφίζει. Ναι, δεν είναι και λίγο να φτάσεις στο πρώτο σκαλί. Άλλοι δεν ξέρουν καν ότι υπάρχει αυτή η σκάλα. Αλλά δεν αντέχω να μπαίνω σε διαδικασία σύγκρισης με τους ανθρώπους, που γεννήθηκαν άνθρωποι και εξελίχθηκαν σε ζώα. Τα ζώα ζουν, οι άνθρωποι υπάρχουν. Το να υπάρχεις όμως ξέροντας ότι οι δυνατότητες σου είναι περιορισμένες είναι μαρτύριο και θλίψη. Πως να εκφράσεις αυτή την αλήθεια; Πρέπει να καταστρέψεις τη ζωή και το πνεύμα σου. Μιλάμε για θυσίες και αίμα με το κιλό, όχι για νεανικές επιπολαιότητες. Δεν είναι άρτος και θεάματα, είναι κραυγή μέσα στο πλήθος. Είναι ένας πίνακας του Μουνκ, είναι ένα σαξόφωνο σε χειμωνιάτικο σοκάκι.

Ζούσα μέσα σε όνειρα και φαντασιώσεις. Οι δαίμονες μου όμως δεν με βασάνιζαν συχνά. Ήμουν καλοζωισμένος και ας μην είχα τίποτα.  Η τρέλα μου με άφηνε συχνά μόνο και αυτή η μοναξιά ήταν ανυπόφορη. Δεν μπορούσα να βρω διάρκεια στα συναισθήματα και τη σκέψη μου. Την έβγαζα συλλέγοντας εμπειρίες, επηρεασμένος από ένα τρόπο ζωής, που δεν μου ταίριαζε, αλλά δεν είχα και κάτι άλλο να κάνω. Βήμα, βήμα έφτασα με κόπο στο πρώτο σκαλί και τότε αντίκρισα το θάνατο να μου χαμογελά. Μετά από αυτό το κομβικό σημείο στη ζωή κάθε αληθινού ανθρώπου, έρχεται το γνωστό σε όλους δίλημμα που σου διαλύει τα σωθικά. Αυτοκτονώ, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, ή συνεχίζω; Συνεχίζω, περιμένοντας για την εποχή της ανύψωσης, για την μεταφορά στο επόμενο στάδιο της σκέψης, όπου ο πόνος και η αλήθεια γίνονται ένα και το αποτέλεσμα αποκτά μια διαχρονικότητα, που μετατρέπει την αθανασία σε μια Ιθάκη που σε ικανοποιεί με την αποδεκτή -ως σοφός πλέον- ματαιότητα της.

''Ζωή είναι να μην σκέφτεσαι'' έγραφε ο Πεσσόα και πέθανε απ' το αλκοόλ μέσα στην ανωνυμία. Ποιον να συμβουλευτώ; Τον Καβάφη ή τους φίλους μου; Αν η ηδονή ήταν για αυτόν η μοναδική διέξοδος, για μένα τότε δεν υπάρχει ελπίδα. Το πρώτο σκαλί. Έχω πέντε μέρες να πιω και ήδη έχω αρχίσει και βαριέμαι. Πρέπει το τέρας κάπου να εκτονωθεί. Πρέπει τα νιάτα να πιάσουν τόπο. Άλλωστε η κάθοδος είναι κοντά και ότι καλό και να έρθει μετά θα είναι πλέον πολύ αργά. Κάθομαι στο γραφείο μου, με το τσιγάρο μου και το σαξόφωνο μου. Η γνωστή νουάρ ατμόσφαιρα, που μου δίνει εκείνη την παλιά έξαψη του νεανικού, αθώου έρωτα. Της πρώτης εποχής. Μιας εποχής που έχει διαγραφεί από την μνήμη και την καρδιά μου και απλά με επισκέπτεται για να μου θυμίσει το βάρος του χρόνου και της μοναξιάς. Ας πάει στο διάολο και αυτή η νύχτα. Θα μεθύσω σύντομα.

Αποκηρύσσω σχεδόν ότι έχω γράψει και ζήσει μέχρι τώρα και θα συνεχίσω να το κάνω μέχρι να πεθάνω και να γίνει η ζωή που έζησα ένα τίποτα. Αυτός είναι ένας προσιτός στόχος και το τίποτα αυτό θα είναι το μεγαλύτερο έργο τέχνης μου. Παραθέτω το ποίημα του Καβάφη. Σε ευχαριστώ. Είναι η πρώτη κουβέντα παρηγοριάς που έχω ακούσει στη ζωή μου. Ένα φιλικό χτύπημα στον ώμο, μια αγκαλιά ίσως, ένα χαμόγελο.

Το Πρώτο Σκαλί

Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης·
«Τώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω
κ’ ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Aλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα·
κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ’ ανεβώ ο δυστυχισμένος.»
Είπ’ ο Θεόκριτος· «Aυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.»

Κ.Π. Καβάφης


Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

Ίσως το καλύτερο ποίημα του Μπουκόφσκι



Θα έλεγα ότι έχω εντρυφήσει στον Μπουκόφσκι. Δεν έχω διαβάσει όλα του τα βιβλία, ούτε και χρειάζεται. Έπιασα με την πρώτη τι ήθελε να πει, ίσως γιατί αυτά που έλεγε τα είχα σκεφτεί και νιώσει προτού τον ανακαλύψω. Είναι η βασική μου αναφορά και δεν το κρύβω άλλωστε. Θα έλεγα ότι είχα πλάσει -όπως και πολλοί άλλοι- μια μπουκοφσκική φαντασίωση, μέσα στην οποία ζούσα και υπήρχα. Μετά από κάποιο σημείο βέβαια συνειδητοποίησα ότι ήταν επιτηδευμένη και την παράτησα. Κράτησα τα στοιχεία που μου ταίριαζαν και προχώρησα παρακάτω.

Είδα πρόσφατα το Barfly, ενώ ταυτόχρονα διάβαζα το Hollywood που εξηγούσε πως γυρίστηκε, τη ταινία που είχε γυριστεί με δικό του σενάριο για τα χρόνια της νιότης του, που ήταν απλά ένας αλήτης που έπινε όλη μέρα και πλακωνόταν στα μπαρ. Πολύ καλή ερμηνεία του Μίκι Ρουρκ και μια αξιοπρεπέστατη ταινία. Βλέποντας λοιπόν μια αναπαράσταση της νεότητας του Μπουκόφσκι, μιας νεότητας που γέννησε το συγγραφικό του έργο, κατέληξα στο εξής συμπέρασμα. Το καλύτερο του ποίημα τελικά είναι και το αγαπημένο μου.

Πολλές φορές όταν πίνω απαγγέλω στίχους από το συγκεκριμένο ποίημα και παίρνω κουράγιο μέσα στην κενότητα της ύπαρξης και της νύχτας. Ναι, η ζωή μπορεί να υπάρξει και αλλιώς. Μπορεί να κυλήσει και αλλιώς. Θα μπορούσα να γράψω και άλλες μαλακίες, αλλά επειδή ευτυχώς δεν είμαι κριτικός τέχνης, θα σταματήσω εδώ. Η κραυγή του Τσαρλς είναι διαχρονική.

Κλαμπ Κόλαση, 1942

το επόμενο μπουκάλι ήταν το μόνο πράγμα
που είχε σημασία.
στο διάολο και το φαγητό, στο διάολο και
το νοίκι
το επόμενο μπουκάλι ήταν η λύση
για όλα
κι αν μπορούσες να έχεις δύο ή
τρία ή τέσσερα μπουκάλια καβάτζα
τότε η ζωή ήταν στ' αλήθεια ωραία.


κατάντησε να μας γίνει συνήθεια,
τρόπος ζωής.

πού θα μπορούσαμε να βρούμε άραγε το επόμενο
μπουκάλι;
μας έκανε επινοητικούς, πονηρούς,
τολμηρούς.
κάποτε κάναμε ακόμα και βλακείες
και πιάναμε δουλειά για 3 ή 4 μέρες
ή και για καμιά βδομάδα ακόμη.


το μόνο που θέλαμε να κάνουμε ήταν να καθόμαστε
ένα γύρο και να συζητάμε για
βιβλία και λογοτεχνία
και να βάζουμε στα ποτήρια μας
κι άλλο κρασί.
ήταν το μόνο πράγμα που είχε κάποιο
νόημα για μας.
είχαμε, βέβαια, και
τις περιπέτειές μας:
τρελές φιλενάδες, καβγάδες, τις
απελπισμένες σπιτονοικοκυρές, την
αστυνομία.


προκόψαμε με το ποτό και
με την τρέλα και με τη
συζήτηση.
όταν άλλοι άνθρωποι χτύπαγαν
κάρτα
εμείς συχνά δεν ξέραμε καν
ποια μέρα ή ποια βδομάδα ήταν.


είχαμε αυτή τη μικρή συμμορία,
όλοι νέοι, και διαρκώς άλλαζε
έτσι που κάποια μέλη απλώς
εξαφανίζονταν, άλλοι επιστρατεύονταν,
μερικοί σκοτώθηκαν στον πόλεμο
μα συνεχώς νέοι οπαδοί
κατέφθαναν.


ήταν το Κλαμπ από την Κόλαση
κι εγώ ήμουν ο Πρόεδρος τού
Συμβουλίου.

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Καθώς ορμάω για να σου πιω τα χείλη

Μια άσκηση ύφους είναι η ζωή μου. Μια αγκαλιά που αιωρείται, μια θύελλα, μια μπύρα. Μια συνεχής αναζήτηση μέσα από μια ολοένα και πιο συνειδητοποιημένη επιλογή ωρίμανσης μέσα στο βαρέλι της παρακμής. Ποιος θα μπορούσε να με κρίνει; Ποιος θα μπορούσε να νιώσει τη τρέλα αυτού που βλέπει και μέσα στο σκοτάδι; Ποιος μπορεί να ζήσει συνειδητά μέσα στην ανυπαρξία του και να γελάσει με το πιο όμορφο και αγέρωχο γέλιο που μπορείς να συναντήσεις στο ένα τέταρτο αυτού του πλανήτη; Η ώρα είναι εννιά, αλλά για μένα δεν έχει καμία σημασία. Η ώρα είναι εννιά, αλλά για μένα η ζωή και ο χρόνος κυλάνε μόνιμα αντίστροφα.

Μεθυσμένοι μέχρι τα μπούνια, να γελάμε σαν τρελοί, συνεπαρμένοι από τον αναγεννημένο ρομαντισμό μας, που ξύπνησε -θαρρώ σαν από θαύμα- μέσα από τις μυρωδιές της θάλασσας και του καλοκαιριού. Εγώ και ο φίλος μου. Οι δυο συνοδοιπόροι στη ζωή, στο πιώμα και στο θάνατο. Οι δυο αλήτες, οι γελωτοποιοί, οι μποέμ στα μάτια των κοινών θνητών ή και πεθαμένων. Με τις μπύρες μας, τα αστεία μας, τις μαλακίες μας. Γελάγαμε τόσο πολύ που και ο θάνατος πρέπει να φοβήθηκε. Όχι γιατί γελάγαμε, αλλά γιατί ολόκληρη η ζωή μας δεν δικαιολογούσε αυτό το γέλιο. Γιατί γελάγαμε; Δεν ξέρω. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι το αξίζαμε.

Κάποια στιγμή παραμέρισα για να γίνω και εγώ θεατής σε αυτή τη μοναδική παράσταση. Θα έπρεπε να μας δίνουν λεφτά για αυτό. Θα έπρεπε να μας αγαπάνε και να μας θαυμάζουν για αυτό. Τα κορίτσια και οι γνώστες, οι λόγιοι και οι περαστικοί, οι γνωστοί και οι άγνωστοι, οι θεοί και αυτοί που δεν γεννήθηκαν ποτέ. Ήμασταν πάνω από την καθημερινότητα και τις κοινότυπες συζητήσεις που θα ακούσεις στο πρώτο μπαρ που θα συναντήσεις. Ήμασταν κάτι και ας μην ξέραμε τι.

Άναψα τσιγάρο και η κοπέλα που μου άρεσε και της άρεσα(το βλέμμα της και το βλέμμα μου) μου ζήτησε να κάνει και αυτή μια τζούρα. Της το έδωσα και πάνω στην ανταλλαγή τα χέρια μας ακουμπήσανε. Η ατμόσφαιρα είχε έρθει στα νουάρ μέτρα μου. Το σαξόφωνο άρχισε να παίζει στο μυαλό μου. Η αγάπη και η ελπίδα έγιναν ξανά έννοιες με υπόσταση, η καρδιά μου άρχισε πάλι να χτυπάει με εκείνο τον παλιό παιδικό σκοπό.

Τα χέρια μας ενώθηκαν και άλλες φορές μες τη βραδιά, καθώς προσπαθούσαν να γευτώ την ύπαρξη της μέσα από τη γόπα του φτηνού τσιγάρου μου. Αυτό είναι ζωή; Ζωή είναι όπου είμαι και εγώ και ναι αυτή η στιγμή ήταν ζωή. Με θέα στη θάλασσα και στα αστέρια. Με θέα στο άπειρο και στο μυαλό τόσων αιώνων. Χωρίς βλέμματα και καρδιοχτύπια, μόνο μια ηρεμία και ο καπνός απ' το τσιγάρο που καπνίζαμε μαζί.

Τη βλέπω -στα μαλλιά σου πνέει- την αύρα.
Είναι βαθιά τα μάτια σου όπως να ‘βρα
το δρόμο της ζωής μου, τον Απρίλη.

Πια δεν πονώ μηδέ την ανεμώνη,
στης γης η ερωτοπάλη που τη λειώνει,
καθώς ορμάω για να σου πιω τα χείλη

Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

Έναν αιώνα μετά

Πίνω για σένα Πολυδούρη.
Το λευκό κρασί μου και η ποίηση σου.
Ο πόνος σου και η καταστροφή μου.
Πέθανες νωρίς, έζησα αργά.
Έναν αιώνα μετά.

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Εγώ την είχα κερατώσει

Δεν έχω για τίποτα να ντραπώ. Ή μήπως όχι; Η μπλε πανσέληνος. Εκείνη η γαμημένη η μπλε πανσέληνος. Έχω βρει το συμβιβασμό μου, έχω βρει και το αποκούμπι μου. Το μόνο που μένει είναι η δικαίωση και λίγα λεφτά.

Τα καλοκαιρινά βράδια κυλάνε με μια γνώριμη ανία. Το τσιγάρο μου δεν λέει να σβήσει. Τα χρόνια περνάνε και το σαξόφωνο μου ψιθυρίζει στο αυτί. Μου μιλάει για μέρες μαγικές, μελλοντικές. Για την αιώνια νύχτα και τα λίγα ωραία πρωινά. Έτσι είναι η ζωή και όταν τα ταλέντα μιας χώρας την βγάζουν στο κοινωνικό περιθώριο τότε κάτι δεν πάει καλά.

Όπως πάντα η ιστορία μου ξεκινάει με κρασί και γυναίκες. Είναι ένα βολικό μοτίβο για να αφηγηθώ την πραγματικότητα μου. Το ύφος και ένα ποτό μια Τετάρτη βράδυ.

Ήταν αυτός ο παράξενος πόνος που με έριχνε κατευθείαν στα σκατά. Δεν ήξερα τι να κάνω και δεν ήξερα τι να πω. Κανένας από τους φίλους της χαράς δεν θα με καταλάβαινε, στο κάτω-κάτω δεν ήταν αυτός ο ρόλος τους. Ο ρόλος τους ήταν να πολύ συγκεκριμένος και περνούσε μέσα από το μισογεμάτο ποτήρι μου.

Ο φίλος μου μόλις είχε χωρίσει. Θα έβαζα μέχρι και στοίχημα ότι τον είχε στείλει αδιάβαστο η γκόμενα του, αλλά προς μεγάλη μου έκπληξη την είχε χωρίσει αυτός. Δεν ήταν ένας κλασσικός καλοκαιρινός χωρισμός, ήταν άλλη μια ανθρώπινη ξεφτίλα και ευτυχώς που είχα φέρει και τις μπύρες μου μαζί.

- Γιατί την χώρισες;

- Δεν ξέρω. Δεν αισθανόμουν καλά. Μαλώναμε και συνέχεια. Ήθελα να μείνω μόνος μου. Δεν ξέρω.

Όταν ένας άντρας χρησιμοποιεί τη γυναικεία διάλεκτο για να εκφραστεί, πάει να πει ότι το παιχνίδι είναι χαμένο από χέρι. Ο καημένος, ο μαλάκας ο φίλος μου ήθελε απλά να γαμήσει άλλη. Η ηθική του(;) δεν τον άφηνε να την κερατώσει, έτσι προτίμησε απλά να τη χωρίσει. Εγώ απλά θα την κεράτωνα. Και δεν είμαι περήφανος για αυτό.

- Για όλα φταίει η κρίση των τριάντα, αποφάνθηκα εγώ μεθυσμένος.

- Λες ρε φίλε; Ίσως και να έχεις δίκιο.

Δεν είχα δίκιο. Ήπια και τη τελευταία μπύρα μου και έφυγα για να κοιμηθώ με την κοπέλα μου, που την είχα στήσει πάνω από δυο ώρες. Εγώ την είχα κερατώσει.

Κυριακή, 20 Απριλίου 2014

Δεν είσαι ο Μπουκόφσκι

Την γνώρισα σε ένα πάρτυ στις εστίες στην Πανεπιστημιούπολη. Ήταν ένα από αυτά τα καλοκαιρινά πάρτυ που όλοι πίνουν και κανείς δεν κάνει τίποτα στο τέλος. Εγώ κάνω.

Θυμάμαι ένα σύννεφο καπνού και δυο πόδια. Τι ωραία που είναι τα γυναικεία πόδια ένα ζεστό βράδυ του Ιουνίου. Είναι ένας λόγος για να βγεις από το σπίτι και σίγουρα είναι ένας λόγος για να πιεις. Το σαξόφωνο ακούστηκε ξανά. Πιστός σύντροφος στις παραισθήσεις μου.

Καθόταν μόνη της σε ένα πεζούλι. Πήγα να της μιλήσω. Δεν θυμάμαι τι είπα και δεν έχει και σημασία άλλωστε. Σημασία είχε ότι τη γούσταρα και με γούσταρε. Οι κουβέντες δεν έχουν νόημα όταν η γλώσσα του σώματος λύνει όλα τα αρχέγονα μυστήρια.

- Ξέρεις, πρέπει να φύγω σε λίγο.

- Ναι και εγώ. Έχουμε μόνο πέντε λεπτά στη διάθεση μας. Κάτι πρέπει να κάνουμε σε αυτά τα πέντε λεπτά.

Δεν μπορούσε να μου το πει πιο ξεκάθαρα. Ακόμα και χωρίς την ατάκα θα είχα δοκιμάσει να τη φιλήσω. Δεν είχα να χάσω τίποτα και δεν έχω να χάσω τίποτα σε μια ζωή που κυλάει ανάμεσα σε ανθρώπους που φεύγουν και σε στιγμές που έρχονται. Η μνήμη μου δεν είναι καλή. Ακούω τη φωνή να μου μιλάει. Δεν είσαι ο Μπουκόφσκι, είσαι ένας φαντασιόπληκτος.

Την φίλησα. Είχε ωραία χείλη και ήξερε να φιλάει. Άμα το φιλί είναι καλό και δεν βασίζεται μόνο στην ομορφιά του προσώπου είναι προάγγελος άξιου κρεβατιού. Μπορεί να ήμουν με άλλη, αλλά αυτά τα χείλη τα ήθελα για πάρτη μου. Στα εξήντα μου θα αναπολώ αυτά τα χαμένα χείλη. Δεν είμαι αμοραλιστής, μάλλον είμαι απλά καθίκι.

Δώσαμε ραντεβού για το επόμενο βράδυ. Στο σπίτι της. Μου αρέσουν τα φοιτητικά σπίτια. Αλλά πιο πολύ από όλα μου αρέσουν τα φοιτητικά γαμήσια.

Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

Η γκόμενα του φίλου μου

Τώρα τελευταία την παίζω και σκέφτομαι τη γκόμενα του φίλου μου. Να μια ενδιαφέρουσα αλλαγή στη ζωή μου. Όταν με βλέπουν στο δρόμο και με ρωτάνε ''τι νέα;'' μπορώ να απαντάω ότι τώρα πια την παίζω και σκέφτομαι τη γκόμενα ενός καλού μου φίλου.

Να πως πάει η φαντασίωση. Αυτός είναι στην Αθήνα και εμείς σε μια παραλία. Είναι Αύγουστος. Εγώ μεθυσμένος όπως πάντα. Της λέω ότι θέλω να πάω για νυχτερινό μπάνιο. Κάνει πολύ ζέστη και δεν την παλεύω. Πάνω στο μεθύσι της μου λέει ότι θέλει να έρθει και αυτή μαζί μου. Το ήξερα ότι κατά βάθος με γουστάρει. Θα έγλειφε άνετα τη ψωλή μου. Η καριόλα.

Πάμε στην παραλία, αφού πρώτα έχουμε πάρει μπύρες για το δρόμο. Φτάνουμε. Κανείς δεν είναι εκεί. Μόνο εγώ και η γκόμενα του φίλου μου. Σκοτάδι και αφρός. Κάνουμε πως δεν τρέχει τίποτα. Απλά πάμε για μπάνιο. Δεν έχουμε όμως μαγιό. Της προτείνω να κάνουμε γυμνοί. Ή να κάνουμε με τα εσώρουχα. Ή να κάνω μόνο εγώ και αυτή να με περιμένει απ΄έξω. Δεν έχει σημασία, έτσι και αλλιώς στο τέλος θα τη γαμήσω. Η υπόθεση αλλάζει, το τέλος πάντα ίδιο. Κάτι μου θυμίζει αυτό.

Αυτή τη φορά θα κάνουμε με τα εσώρουχα. Μπαίνω πρώτος. Την τραβάω και βουτάει και αυτή. Για λίγο κολυμπάμε. Μετά της λέω ότι κάτι επιπλέει δίπλα της, τρομάζει και κολλάει πάνω μου. Σε αυτό το σημείο πρέπει να ομολογήσω ότι αρχίζει και μου σηκώνεται για τα καλά. Αρχίζουμε και φιλιόμαστε. Φιλάω τα βυζιά της. Της πιάνω τον κώλο. Της βάζω δάχτυλο. Στη γκόμενα του φίλου μου. Του φίλου μου.

Βγαίνουμε έξω. Άλλοτε της γλείφω το μουνί και άλλοτε μου παίρνει πίπα. Όταν φαντάζομαι ότι μου παίρνει πίπα, χύνω αμέσως, γι' αυτό τώρα τελευταία προτιμώ την πρώτη εκδοχή. Κρίμα τόση φαντασία και να μην γαμάω στο τέλος.

Τη γαμάω όλο το βράδυ. Τη γαμάω τόσο καλά που θέλει να παρατήσει το φίλο μου. Της λέω ότι δεν πρέπει και ότι άμα με γουστάρει τόσο πολύ μπορώ να της τον σφυρίζω που και που στην μητέρα Αθήνα. Μου λέει οκ. Της ρίχνω άλλον ένα καθώς ο ήλιος ανατέλλει...

Τι να σημαίνουν όλα αυτά; Καθώς μαλακίζομαι στο δωμάτιο του σπιτιού που πέρασα όλη μου τη ζωή. Κοιτάζοντας το τοίχο, με τον πούτσο στη χούφτα, προσπαθώντας να μην κάνω φασαρία, να φαντάζομαι ότι γαμάω τη γκόμενα του φίλου μου, ενώ έχω ακόμα στο στόμα μου τη γεύση από την μπύρα που ήπιαμε μαζί πριν δυο ώρες. Τι να σημαίνουν όλα αυτά; Καπνίζοντας με θέα την απέναντι τέντα, να σκέφτομαι ότι κάτι, κάποτε θα αλλάξει.

Είναι βράδυ Ιουνίου. Και εγώ την παίζω με τη γκόμενα του φίλου μου.

Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014

Ο ψηλός από το διπλανό γραφείο

-Ρε μαλάκα ξέρεις τι άκουσα;

-Τι;

-Ο ψηλός από το διπλανό γραφείο τον σφυρίζει στη Σπυριδούλα.

Ήταν η είδηση της ημέρας. Σε ολόκληρο το γαμημένο όροφο συζητούσαν για αυτή τη σχέση. Και μόνο που έβλεπα το φαρμάκι να στάζει από τα μάτια τους μου ερχόταν να ξεράσω. Μου την είχε βαρέσει από την κλεισούρα, το χανγκόβερ από το μεθύσι της προηγούμενης νύχτας δεν είχε φύγει, με είχαν πιάσει πάλι αυτές οι γνωστές απαισιόδοξες σκέψεις για το μέλλον μου και είχα και αυτούς τους καριόληδες να μου ζαλίζουν τα αυτιά με τις μαλακίες τους.

Δεν με ενδιέφερε καθόλου ποια πήδαγε ο ψηλός από το διπλανό γραφείο. Δεν ήξερα ποιος ήταν ο ψηλός από το διπλανό γραφείο και δεν ήθελα να μάθω. Δέχομαι το κουτσομπολιό ως μέσο για να περάσει η ώρα, στο κάτω-κάτω ότι λέμε για να περάσει η ώρα είναι, κουβέντα να γίνεται, αλλά όταν βλέπω υπερεκτιμημένες μετριότητες να τα παίρνουν όλα αυτά στα σοβαρά αισθάνομαι την ανάγκη να αυτοκτονήσω ή να σκοτώσω. Μάλλον να σκοτώσω μόνο. Την αυτοκτονία τη φυλάω για καλύτερες αφορμές.

Είχα τρεις ώρες ακόμα μέχρι να τελειώσω τη δουλειά και είχα αρχίσει να παρανοώ πάλι. Μου είχε κολλήσει στο μυαλό ο ψηλός από το διπλανό γραφείο και η φάση με τα γαμήσια. Έγινα ένας από αυτούς. Τα ζόμπι της ζωής. Δεν χρειάζεται να σε δαγκώσουν, αρκεί και μόνο που αναπνέουν δίπλα σου.

-Και που το ξέρετε ότι τη γαμάει;

-Τους έχουν δει να φεύγουν μαζί. Μερικοί λένε ότι της τον φερμάρει που και που στην αποθήκη στο τρίτο όροφο.

Η αργκό που χρησιμοποιούν είναι διασκεδαστική, η ηλιθιότητα τους όχι.

-Ξέρεις λένε και για μένα διάφορα στο γραφείο.

-Τι λένε;

-Ότι είμαι ένας αποτυχημένος που στα 35 θυμήθηκε να κάνει κάτι στη ζωή του. Ο πούστης μου το είπε μες στην μάπα. Φαντάσου τι θα λέει πίσω από την πλάτη μου.

Ήταν όντως ένας αποτυχημένος, αλλά αυτό ίσως και να είναι και παράσημο.

-Και εσύ τι του είπες;

-Τίποτα. Τον έγραψα στα αρχίδια μου. Πρώτα στο δεξί και μετά στο αριστερό. Την πούτσα την κρατάω για το τέλος.

Γέλασα. Έτσι είναι η ζωή. Ζεις με το σπαθί, πεθαίνεις με το σπαθί.

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

Ήξερε να δίνει συμβουλές ο πούστης

Συνήθιζα να περπατάω και να ακούω τα τραγούδια που της άρεσαν. Περπάταγα ακούγοντας τα τραγούδια που της άρεσαν και φανταζόμουν τη στιγμή που θα τη ξαναέβλεπα. Εγώ θα ήμουν στο ζενίθ και εκείνη σε μια λίμνη αθώας γοητείας.

Με λεφτά, με φήμη ή με τέχνη. Θα είχα κατακτήσει την επιτυχία, θα είχα γνωρίσει την αποθέωση. Θα ήμουν εγώ. Θα είχα φτάσει στο τέλειο εγώ μου, θα ήταν έτοιμη να με αποδεχτεί. Εδώ ταιριάζει ένα ποίημα του Παύλου Αβούρη. Το παραθέτω αυτούσιο.

Η τόση λαχτάρα μου
και το βάσανο
να σε περιμένω
συγκρίνονται μόνο
με την άγρια χαρά που με πιάνει
σα σκέφτομαι
να μην είμαι εδώ
όταν θα έρθεις.

Ίσως και να μην ταιριάζει τελικά. Όλα είναι μια τεράστια αντίφαση. Θα καταλάβει το λάθος της. Πρέπει να το καταλάβει. Θα την αναγκάσω να το καταλάβει. Κάποτε στα χρόνια της ατέλειωτης περιπλάνησης στο τίποτα καθόμουν κάτω από μια κρύα λάμπα παρέα με ένα φίλο σε γνώριμο δρόμο. Νύχτα, πάντα νύχτα, μόνο νύχτα και αλκοόλ και συζήτηση. Έτσι τη βγάζαμε, η νεολαία της πικρής χαράς.

Μόλις μου είχε στείλει ένα μήνυμα και μου έλεγε -μέσες άκρες- να πάρω τον πούλο. Απελπισμένος και χαμένος και χωρίς ίχνος σωστής κρίσης και σκέψης ζητούσα τη συμβουλή του άλλου πικραμένου της παρέας. Αυτός τουλάχιστον είχε χρόνια σχέση, εγώ το μόνο χρόνιο που είχα ήταν η μαλακία που με καταδυνάστευε και η υποτιθέμενη τρέλα μου. Το πρώτο ήταν αδιαπραγμάτευτο, το δεύτερο σωσίβιο.

-Τι να της απαντήσω;

-Πες της να πάει να γαμηθεί, αλλά με ωραίο τρόπο. Ξέρεις εσύ.

-Όχι, δεν ξέρω και ίσως να μην έχεις καταλάβει ακριβώς τι γίνεται, αλλά αυτή μου είπε να πάω να γαμηθώ με ωραίο τρόπο.

-Σωστά, οπότε εσύ πρέπει να της δείξεις ότι δεν σε ενδιαφέρει καθόλου. 

-Και μετά;

-Μετά τέλος.

Ήξερε να δίνει συμβουλές ο πούστης. Και τώρα περπατάω και ακούω τα τραγούδια που της άρεσαν και ο φίλος μου έχει πια χαθεί στην πραγματικότητα και αυτή είναι πια μια ανάμνηση, που έχει μπλεχτεί με τη φαντασία της στιγμής που θα τη ξαναδώ. Και η αλήθεια και το ψέμα γίναν ένα και δεν ξέρω πια αν όντως κάποτε την είχα αγκαλιά σε κείνο το διάλειμμα από την μακριά, ατέλειωτη, μοναχική περιπλάνηση. 

Κυριακή, 9 Μαρτίου 2014

Και εκείνη στο μουνί της

Αντί για σαξόφωνο, τρομπέτα. Αντί για μελαγχολία, προσδοκία για δικαίωση. Μια νύχτα που μπορεί να σου δώσει τα πάντα, αλλά σου κλείνει απλά περιπαικτικά το μάτι. Το μάτι.

Προσπαθούσα να την απομυθοποιήσω. Μόνο έτσι θα γλίτωνα. Μόνο έτσι θα ξέφευγα. Μόνο έτσι θα τελείωνε η γαμημένη η ιστορία. "Δεν είναι θεά". "Δεν είναι αυτό που περιμένεις". "Δεν είναι η γαλάζια πεταλούδα που κάθεται πάνω στο κόκκινο φωτάκι του μπουρδέλου". Αλλά είχε αυτό το βλέμμα...

Καθετί πάνω της ήταν μια γλυκιά απορία. Είναι αλήθεια ή ψέμα; Είναι ποτέ δυνατόν ένας ξοφλημένος σαν και μένα να συζητάει με αυτόν τον άγγελο; Δυο χρόνια μετά και η απορία αυτή με τυραννάει. Μια γαμημένη νουάρ ατμόσφαιρα και ένα λεμόνι που κρυφοκοιτάει μέσα από το αιώνια μισογεμάτο μου ποτήρι.

Η κουβέντα πήγαινε κάπως έτσι.

-Με αγαπάς; Μια εύλογη ερώτηση αν και λίγο πρώιμη. Δεν βγαίναμε ούτε μια βδομάδα.

-Γιατί το λες αυτό;

-Μου δίνεις αυτή την εντύπωση.

-Απλά είμαι διαχυτικός.

Ναι, είμαι διαχυτικός με τις γυναίκες που αγαπάω. Αλλά ήξερα ότι ήταν μια ερώτηση που προσδοκούσε μια αρνητική απάντηση. Ένιωθα μειονεκτικά απέναντι της. Ήταν μια κοπέλα που άξιζε τα πάντα και εγώ ήμουν ένας τύπος που δεν είχε τίποτα. Η αγάπη μου ήταν συμβόλαιο θανάτου, η απάθεια της ήταν το μυστικό της επιτυχίας.

Ήμουν χαμένος από χέρι. Το ήξερα. Ίσως και να γούσταρε άλλον. Τα λουλούδια ανθίζουν στον κάμπο, ο Κάφκα έχει πεθάνει, εγώ να περιμένω την μεγάλη αλλαγή και εκείνη στο μουνί της.

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

Είχα την μπύρα και μια πιθανότητα

Λίγη τζαζ, ένα τσιγάρο, μια μπύρα και μια διαφυγή από την πραγματικότητα. Τι άλλο να ζητήσει ένας άντρας μετά από μια σκληρή μέρα στη δουλειά; Δοκίμασα να γράψω με κλασσική και δεν μου βγαίνει. Το σαξόφωνο όμως με αναστατώνει και με γαληνεύει ταυτόχρονα.

Η νύχτα σαν να σαλεύει έξω απ' το δωμάτιο. Φαντάζομαι πράγματα τρελά. Οι ιστορίες που έχω διαβάσει και που έχω ακούσει με παρασέρνουν. Προσπαθώ να φανταστώ πως θα ήταν η ζωή χωρίς την μνήμη. Πως θα ήταν η ζωή χωρίς το θάνατο και πως θα ήταν η ζωή χωρίς εσένα.

Χωρίς το θάνατο η τέχνη θα μιλούσε για το μαρτύριο της αιωνιότητας. Αυτοί οι άνθρωποι δεν ησυχάζουνε ποτέ. Μια μόνιμη πληγή ανυπαρξίας. Αυτός ο ήχος μου ξυπνάει την καρδιά.

Για δυο βδομάδες νόμιζα ότι ήταν δικιά μου. Τρεις φορές την είχα δει και αυτή καμία. Δεν ήθελε να με δει και ίσως να μην υπήρχε και κάτι για να δει. Μπορεί να περάσανε μόλις τρία χρόνια από τότε, αλλά ούτε και εγώ ο ίδιος δεν αναγνωρίζω τη θύμηση του παλιού μου εαυτού. Περιπλανώμενος όπως τώρα, αλλά χωρίς τα ίδια εχέγγυα για ένα μέλλον που μπορεί και να σημαίνει κάτι. Δεν είχα συμβιβαστεί ακόμα.

Είχε το είδος της ομορφιάς που μιλάει στις αντρικές καρδιές. Είχε το ονειροπόλο βλέμμα και τη γλυκιά αυτοπεποίθηση της υποψήφιας ερωτευμένης. Είχε το μαχαίρι και το καρπούζι, είχε την πίτα και το σκύλο, είχε το βλέμμα και την παρουσία, είχε το μέλλον και το παρόν. Είχα την μπύρα και μια πιθανότητα.

Δεν μπορώ να πω ότι έπαιξα σωστά τα χαρτιά μου. Δεν είμαι καλός παίκτης, δεν μπορώ να μπλοφάρω, βαριέμαι να μπλοφάρω, δεν αξίζει να μπλοφάρω. Είμαι μυστικοπαθής αποτυχημένος. Είμαι ρομαντικός ως το μεδούλι και κυνικός ως τον ορίζοντα της φιλοδοξίας μου. Η φιλοδοξία μου είναι να καταλάβει κάποτε το λάθος που έκανε.

Την φίλησα μέσα στο σκοτάδι μιας πανσέληνου. Την ξάφνιασα. Δεν το περίμενε. Δεν είχε καταλάβει ότι δεν παίζω. Ότι δεν είμαι παίκτης. Είμαι αυτό που είμαι και ανάθεμα αν ξέρω και εγώ ο ίδιος που ανήκω σε αυτή την πραγματικότητα. Η επίγνωση αυτή με απομακρύνει από τα παιχνίδια ενός υποψήφιου ερωτευμένου κοριτσιού και με οδηγεί στα απόμακρα μονοπάτια μιας πένας από αίμα.

Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

Τουλάχιστον ξέρω να γαμάω

Βγαίναμε πάνω-κάτω δυο βδομάδες. Μιλάγαμε, πίναμε, κάναμε βόλτες, μαθαίναμε ο ένας το ψέμα του άλλου και γενικά κάναμε ότι κάνουν όλοι οι υποψήφιοι ερωτευμένοι. Μου άρεσε.

Είχε τα θέματα της βέβαια, αλλά όσοι με διαβάζετε θα έχετε καταλάβει ότι δεν είμαι ο αρμόδιος για να μιλήσω για ψυχολογικά προβλήματα. Είχε όμως αυτό που με τραβάει στις γυναίκες. Την αθωότητα, το ονειροπόλο βλέμμα, την απουσία του άνευ όρων συμβιβασμού. Της άρεσε να είναι στην αγκαλιά μου και εμένα μου άρεσε να της χαϊδεύω τα μαλλιά. Δεν έχω πολλά πράγματα να προσφέρω σε μια γυναίκα, αλλά δεν αισθάνομαι και την υποχρέωση να το κάνω.

Αν θέλετε τη γνώμη μου ήρθε ο καιρός να κάνουμε σεξ και αν θέλετε και τη γνώμη της, από την επαφή που είχαμε εκείνο το βράδυ με μόνο μάρτυρα μια σκιά, ήθελε και εκείνη το ίδιο. Θα πήγαινα λοιπόν στο σπίτι της. Η συνάντηση είχε κανονιστεί. 11:30 μπροστά από την εκκλησία. Εγώ έφτασα 11:45, αυτή 12:15. Δεν περίμενα ποτέ να βρω μια γυναίκα που να αργεί πιο πολύ από μένα. Μέχρι να έρθει είχα πιει δυο μπύρες και τουλάχιστον είχα μια καλή δικαιολογία για την ανάσα μου.

Είχε πάει να δει μια θεατρική παράσταση και το μόνο που δεν ήθελα ήταν να αρχίσει να μου μιλάει για αυτή. Αφού δεν είχαμε τίποτα άλλο να πούμε, αναγκαστικά την ρώτησα πως της φάνηκε. Τα επόμενα δέκα λεπτά κύλησαν μέσα σε ένα πέπλο αδιαφορίας. Έπρεπε να είχα πάρει και μια τρίτη μπύρα για το δρόμο.

Φτάσαμε σπίτι της, κάτσαμε στον καναπέ, βάλαμε κρασί. Στα πρώτα πέντε λεπτά είχα τη γλώσσα μου στο στόμα της και το χέρι μου στο στήθος της, στα δέκα λεπτά ήμασταν και οι δυο γυμνοί. Αγχώνομαι τρομερά όταν κάνω σεξ πρώτη φορά με μια γυναίκα και αν δεν είμαι μεθυσμένος είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα τα κάνω σκατά. Όντως η πράξη δεν κύλαγε σωστά, ήμουν απότομος, ήταν νωχελική. Σταμάτησα, άναψα τσιγάρο, ήπια λίγο νερό και προσπάθησα να συγκεντρωθώ.

Είναι και γαμώ τις γκόμενες. Πρέπει να την γαμήσεις καλά, πρέπει να την ξεσκίσεις. Μην είσαι μαλάκας. Μήπως έχω μεγάλο πρόβλημα; Μήπως να αυτοκτονήσω; Τι στον πούτσο μου συμβαίνει; Μαλάκα έχεις ένα όμορφο μουνί δίπλα σου, απλά γάμα το είναι τόσο απλό.

Πήγαμε στο δωμάτιο. Από τις φωνές της μπορώ να πω ότι τα κατάφερα τελικά. Τα κατάφερα. Μπορώ να κοιμηθώ ήσυχος πλέον, έκανα το χρέος μου σαν άντρας. Ολοκλήρωσα το καθήκον μου. Μπήκε το νερό στο αυλάκι. Ο κύβος ερρίφθη. Πήρε το μήνυμα. Κατάλαβε ποιος κάνει κουμάντο. Έμεινε κατενθουσιασμένη με τις σεξουαλικές μου επιδόσεις. Ναι, μπορεί να μην ξέρω ποιος είμαι και που πάω και τι κάνω σε αυτή τη ζωή, αλλά τουλάχιστον ξέρω να γαμάω. Κάτι δεν είναι και αυτό;

Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

Μια τεκίλα, μια σαμπούκα

Με χτυπάει η τρέλα στο κεφάλι. Θα πεθάνω αν δεν ζήσω. Θα πεθάνω αν δεν τα καταφέρω να ζήσω. Θα μαραζώσω. Θα παλαβώσω. Χτυπάει η τρέλα. Χτυπάει η νύχτα. Πονάει η νύχτα. Διψάει η νύχτα.

Μου θυμίζει τις μέρες που πίναμε μαζί. Τις μέρες τις εφηβικές με τρέλα ως το πρωί. Κάποτε την βγάζαμε σε παιδικές χαρές και έξω χόρευε η ζωή. Ήπιαμε μια βότκα και όλα απ'την αρχή.

Μια ιστορία παλιά. Σε μια παιδική χαρά. Τέσσερα παιδιά. Είχαμε πάει διακοπές σε ένα νησί. Όλοι μαζί.

Ο ένας στην κούνια, ο άλλος στη τσουλήθρα, οι άλλοι δυο στα παγκάκια να χαζεύουν την μαύρη θάλασσα. Ο πιο σοβαρός δεν άντεξε. Ο πιο νηφάλιος δεν άντεξε.

-Πάμε να πιούμε; σαν από πάντα έτοιμος βροντοφώναξε!

-Τι θα πιούμε;

-Βότκα!

Η νύχτα άλλαξε ρούχα. Έβγαλε τα καλά της, έβγαλε την μοναξιά της. Αρχίσαμε όλοι να αναπνέουμε. Ναι αυτό είναι ζωή. Αυτή είναι η αρχή. Αυτή είναι η λύση.

Μια βότκα σε σακούλα. Από δίπλα μια τεκίλα, μια σαμπούκα. Ναι, αυτό είναι ζωή! Η δίψα μου άρχισε να μειώνεται. Όταν μειώνεται η δίψα μπαίνει στο παιχνίδι η αλήθεια. Παίξε με την αλήθεια, είναι το καλύτερο παιχνίδι.

Καιρός να παίξει το παιδί. Ήρθε η μαγική στιγμή.

Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

Γουστάρω την ήττα

Ποιος τη γαμά την αυτοπεποίθηση; Λένε ότι το ψέμα δεν είναι ωραίος τρόπος για να ξεκινήσει μια σχέση, οπότε η δική μας πρέπει να είχε πάει κατά διαόλου από το πρώτο λεπτό.

Δεν είμαι ψεύτης απλά δεν δίνω μεγάλη σημασία στην αλήθεια. Από τη στιγμή που η αλήθεια βασίζεται σε μια αμφιβόλου ποιότητας κρίση και σε θολές αναμνήσεις στα βάθη ενός ταραγμένου μυαλού δεν έχει και ιδιαίτερη αξία. Συμφωνώ με τον Βιγιόν που έγραψε ότι το ίδιο του μοιάζουν και οι αλήθειες και οι ψευτιές. Ήταν μεγάλος ποιητής και μακάρι να είχε αναλόγου επιπέδου ικανότητες και στις κλοπές(τον είχαν βάλει φυλακή και όταν αποφυλακίστηκε τα ίχνη του χάθηκαν στην αιωνιότητα).

Είχα κερδίσει κάτι προσκλήσεις για μια γαλλική κωμωδία σε ένα σινεμά στο κέντρο της Αθήνας και ήταν καλή ευκαιρία για να βγω με την κοπέλα που μου άρεσε. Το κακό με τα σινεμά είναι ότι δεν μπορείς να πιεις και κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει καλύτερο μέρος για να πιεις μια μπύρα από το ναό της έβδομης τέχνης(το κλισέ το έβαλα για την περίπτωση που με διαβάζει κάποιος αρθρογράφος εφημερίδας).

Η ταινία παραδόξως ήταν πολύ καλή και είχε έξυπνο χιούμορ, αλλά πίσω από τα γέλια μου κρυβόταν μια αμφιβολία. Πότε να τη φιλήσω; Με γουστάρει; Θα βαράω το κεφάλι μου στο τοίχο όταν πάω σπίτι; Διάολε, είναι τόσο όμορφη. Τι στον πούτσο κάνουν σε τέτοιες περιπτώσεις.

Όταν γνωριστήκαμε ήμουν τέρμα μεθυσμένος, αν και πρέπει να διασκέδασε και να με πέρασε για πολύ ευχάριστο τύπο. Τη δεύτερη φορά δεν ήμουν μεθυσμένος και μάλλον αυτό ήταν το πρόβλημα. Η ηττοπάθεια με είχε συνεπάρει και μπορώ να πω ότι μέσα στην παράνοια μου το έβρισκα πολύ διασκεδαστικό να φάω άκυρο στο τέλος της βραδιάς.

-Θες να πάμε σπίτι ή να κάνουμε καμιά βόλτα;
-Πάμε σπίτι.

Μια χαρά τα κατάφερα και απόψε. Το βλέμμα της έδειχνε ότι της αρέσω, αλλά η αμηχανία μου έδειχνε ότι θα τα γαμήσω όλα στο τέλος. Τι άλλο πια να πεις με μια κοπέλα που έχετε βγει ήδη τρεις φορές μαζί. Η απάντηση είναι ότι το μόνο που μπορείς να πεις είναι μαλακίες για να περνάει η ώρα. Και πόσες μαλακίες να πω χωρίς να φανώ τελείως μαλάκας;

Μήπως να της πω ότι είμαι ποιητής; Οι γκόμενες γουστάρουν τους ποιητές γιατί πιστεύουν ότι είναι διαφορετικοί. Σκατά, δεν αισθάνομαι διαφορετικός επειδή γράφω ποιήματα, αλλά επειδή είμαι ζωντανός σε μια στοιχειωμένη πόλη και αν δεν μπορεί να το καταλάβει αυτό δεν αξίζει καν την προσπάθεια. Όταν γίνω διάσημος(που δεν πρόκειται να γίνω ποτέ) θα εκμεταλλευτώ τις γυναίκες όπως τους αρμόζει, αλλά προς το παρόν ξέρω ότι η νύχτα θα λήξει με μια μπύρα στο χέρι και με το βλέμμα στο τίποτα που αγαπώ.

Γουστάρω τις ήττες. Αναγεννιέμαι από τις ήττες. Ζω για να νικήσω όντας ο μεγαλύτερος χαμένος της ιστορίας και αν αυτό δεν χρειάζεται πολύ μυαλό, σίγουρα χρειάζεται πολλά αρχίδια.

Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

The Thin Red Line - Η Λεπτή Κόκκινη Γραμμή (1998)


Η θέαση του <<The Thin Red Line>> με έκανε να σκίσω όλα τα πτυχία μου(αν και δεν έχω κανένα). Πως γίνεται ένα αντιπολεμικό αριστούργημα σαν αυτό να έχει μείνει στην αφάνεια; Το ήξερα ότι τα Όσκαρ είναι, κατά βάση, η προσωποποίηση της γελοιότητας και της άκρατης χολιγουντιανής βλακείας της ανάδειξης της μετριότητας και της στυγνής εμπορικότητας, αλλά αυτό που έγινε τη χρονιά που βγήκε η συγκεκριμένη ταινία δεν έχει προηγούμενο.

Το έχω γράψει πολλές φορές και ακόμα δεν το πιστεύω, αλλά ζούμε σε έναν κόσμο που έχει πάρει Όσκαρ καλύτερης ταινίας το Shakespeare in Love! Και το Amadeus(άσχετο αλλά πρέπει να σημειωθεί κάποτε ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας η καρικατούρα του Μότσαρτ που μας σέρβιρε αυτή η γελοία ταινία). Και όχι μόνο αυτό, αλλά προτιμήθηκε και σαν πολεμική ταινία της χρονιάς η Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν του ρηχού και μονοκόμματου Σπίλμπεργκ(που είναι βέβαια παρόλα αυτά μια καλή ταινία, αλλά εδώ μιλάμε σε σύγκριση με ένα αριστούργημα).

Η υπόθεση με λίγα λόγια. Στον Β' παγκόσμιο πόλεμο μια ομάδα αμερικανών στρατιωτών αποβιβάζεται σε ένα νησί, όπου έχουν το ορμητήριο οι Ιάπωνες, για να το καταλάβει. Ο πόλεμος είναι όμως απλά η βάση για να φανεί η σύγκριση με την αγνότητα και την ομορφιά της φύσης όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα.


Με τον Τέρενς Μάλικ είχα γνωριστεί με την ταινία το Δέντρο της Ζωής και η αλήθεια είναι ότι δεν μου είχε αφήσει τις καλύτερες εντυπώσεις, καθώς είχα φτάσει στο σημείο να αναρωτιέμαι αν πρόκειται για ταινία ή κάτι άλλο που δεν μπορώ να καταλάβω. Αλλά το <<The Thin Red Line>> είναι ένα γνήσιο αριστούργημα που νομίζω προφανέστατα έχει αναφορές σε ένα άλλο μεγάλο έργο, το <<Paths of Glory>> του μεγάλου Στάνλεϊ Κιούμπρικ.

Η μάχη χωρίς νόημα για την κατάκτηση ενός ασήμαντου στόχου, η απουσία της αξίας της ζωής των στρατιωτών και η σκληρότητα του αξιωματικού που διέταξε την επίθεση θυμίζουν έντονα την εν λόγω ταινία. Και βέβαια το φιλοσοφικό υπόβαθρο και τα ερωτήματα που τίθενται για τη ζωή και το θάνατο και την ματαιότητα της ύπαρξης είναι ένας άτυπος φόρος τιμής στο αξεπέραστο Κιούμπρικ.


Το cast της ταινίας είναι μια dream team του Χόλιγουντ και αναφέρω μερικά από τα ονόματα των ηθοποιών που συμμετέχουν. Σον Πεν, Τζον Κιούζακ, Άντριεν Μπρόντι, Γούντι Χάρελσον, Τζάρεντ Λέτο, Τζον Τραβόλτα, Τζόρτζ Κλούνεϊ, Νικ Σταλ, Τζον Σ. Ράιλι, Τόμας Τζέιν και Τζιμ Καβίζελ! Απίστευτο cast και το μόνο αρνητικό είναι ότι δεν έγινε σωστός καταμερισμός των ρόλων, αφού κάποιοι έχουν πολύ μικρή συμμετοχή και κάποιοι άλλοι πεθαίνουν γρήγορα.


Πάμε τώρα στην ουσία και στο μήνυμα της ταινίας που με συγκίνησε ιδιαίτερα και με έκανε να καπνίζω κοιτώντας το κενό μετά το τέλος της. Η αντίθεση του πολέμου και της τρέλας των ανθρώπων που σκοτώνονται για περιουσιακά στοιχεία, όπως λέει εύστοχα ο Πεν, με την ομορφιά και τη γαλήνη της φύσης. Δεν είμαι χίπης, αλλά μου ήρθε να βγω στο δρόμο και να φιλάω τα δέντρα. Οι σκηνές που μου μείνανε χαρακτηριστικά είναι ο ήλιος που ξεπρόβαλε κατά την διάρκεια της επίθεσης στο λόφο και τα στάχυα που κουνιόντουσαν αρμονικά μπροστά απ΄το στρατιώτη που έχει πέσει από πίσω τους περιμένοντας να σκοτώσει. Τέτοιες σκηνές υπάρχουν εκατοντάδες και αντί να οικειοποιηθείς με την ιδέα του πολέμου, καταλήγεις στην αγάπη για τη φύση που στην ουσία είμαστε αναπόσπαστο μέρος της. Μαγευτικό αποτέλεσμα από τον Μάλικ και μόνο γι'αυτό κερδίζει τον αιώνιο σεβασμό μου.

Αλλά ο Μάλικ δεν μένει μόνο εκεί και θέτει κάμποσα φιλοσοφικά ερωτήματα για τη ζωή, το θάνατο, την αγάπη και όχι μόνο. Θα βάλω, όπως συνηθίζω τα σημεία που μου έμειναν, κυρίως από τα πολλά voice over των πρωταγωνιστών. Πριν κλείσω αυτό το κείμενο έχω να δώσω μια συμβουλή. Δείτε την και θα κατανοήσετε καλύτερα την λέξη άνθρωπος.


Private Witt: Αυτό το μεγάλο κακό. Από που προέρχεται; Πως εμφανίστηκε στον κόσμο; Τι σπόρος, τι ρίζα το έκανε να μεγαλώσει τόσο; Ποιος μας το κάνει αυτό; Ποιος μας σκοτώνει; Μας παίρνει τη ζωή και το φως. Μας κοροϊδεύει με τη θέα του τι θα μπορούσαμε να γνωρίζουμε. Μήπως η καταστροφή μας βοηθήσει τη Γη; Θα βοηθήσει το γρασίδι να μεγαλώνει και τον ήλιο να λάμπει; Είναι σκοτάδι αυτό μέσα σου; Έχεις περάσει μέσα από αυτή τη νύχτα;

*****

Private Witt: Που είναι αυτό που ήμασταν μαζί; Που είναι αυτός που έζησα μαζί του; Ο αδερφός. Ο φίλος. Σκοτάδι, φως. Μίσος και αγάπη. Όλα αυτά βρίσκονται στο ίδιο μυαλό; Είναι χαρακτηριστικά του ίδιου προσώπου; Ω, ψυχή μου. Άσε με να είμαι μέσα σου τώρα. Κοίταξε έξω μέσα από τα μάτια μου. Κοίταξε τα πράγματα που δημιούργησες. Όλα τα πράγματα λάμπουν.

*****

Private Witt: Έχω δει ένα διαφορετικό κόσμο. Κάποιες φορές νομίζω ότι είναι στη φαντασία μου.

*****

First Sgt. Edward Welsh: Όλα είναι ένα ψέμα. Ότι ακούς, ότι βλέπεις. Είναι τόσα πολλά. Απλά έρχονται το ένα μετά το άλλο. Είσαι σε μια κάσα. Μια κινούμενη κάσα. Σε θέλουν νεκρό ή στο ψέμα τους. Υπάρχει μόνο ένα πράγμα που μπορεί να κάνει ένας άντρας, βρες κάτι που να είναι δικό σου και κάντο νησί σου. Αν δεν σε συναντήσω ποτέ σε αυτή τη ζωή, άσε με να αισθανθώ την έλλειψη. Ένα βλέμμα με τα μάτια σου και η ζωή μου είναι δική σου.