Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Καθώς ορμάω για να σου πιω τα χείλη

Μια άσκηση ύφους είναι η ζωή μου. Μια αγκαλιά που αιωρείται, μια θύελλα, μια μπύρα. Μια συνεχής αναζήτηση μέσα από μια ολοένα και πιο συνειδητοποιημένη επιλογή ωρίμανσης μέσα στο βαρέλι της παρακμής. Ποιος θα μπορούσε να με κρίνει; Ποιος θα μπορούσε να νιώσει τη τρέλα αυτού που βλέπει και μέσα στο σκοτάδι; Ποιος μπορεί να ζήσει συνειδητά μέσα στην ανυπαρξία του και να γελάσει με το πιο όμορφο και αγέρωχο γέλιο που μπορείς να συναντήσεις στο ένα τέταρτο αυτού του πλανήτη; Η ώρα είναι εννιά, αλλά για μένα δεν έχει καμία σημασία. Η ώρα είναι εννιά, αλλά για μένα η ζωή και ο χρόνος κυλάνε μόνιμα αντίστροφα.

Μεθυσμένοι μέχρι τα μπούνια, να γελάμε σαν τρελοί, συνεπαρμένοι από τον αναγεννημένο ρομαντισμό μας, που ξύπνησε -θαρρώ σαν από θαύμα- μέσα από τις μυρωδιές της θάλασσας και του καλοκαιριού. Εγώ και ο φίλος μου. Οι δυο συνοδοιπόροι στη ζωή, στο πιώμα και στο θάνατο. Οι δυο αλήτες, οι γελωτοποιοί, οι μποέμ στα μάτια των κοινών θνητών ή και πεθαμένων. Με τις μπύρες μας, τα αστεία μας, τις μαλακίες μας. Γελάγαμε τόσο πολύ που και ο θάνατος πρέπει να φοβήθηκε. Όχι γιατί γελάγαμε, αλλά γιατί ολόκληρη η ζωή μας δεν δικαιολογούσε αυτό το γέλιο. Γιατί γελάγαμε; Δεν ξέρω. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι το αξίζαμε.

Κάποια στιγμή παραμέρισα για να γίνω και εγώ θεατής σε αυτή τη μοναδική παράσταση. Θα έπρεπε να μας δίνουν λεφτά για αυτό. Θα έπρεπε να μας αγαπάνε και να μας θαυμάζουν για αυτό. Τα κορίτσια και οι γνώστες, οι λόγιοι και οι περαστικοί, οι γνωστοί και οι άγνωστοι, οι θεοί και αυτοί που δεν γεννήθηκαν ποτέ. Ήμασταν πάνω από την καθημερινότητα και τις κοινότυπες συζητήσεις που θα ακούσεις στο πρώτο μπαρ που θα συναντήσεις. Ήμασταν κάτι και ας μην ξέραμε τι.

Άναψα τσιγάρο και η κοπέλα που μου άρεσε και της άρεσα(το βλέμμα της και το βλέμμα μου) μου ζήτησε να κάνει και αυτή μια τζούρα. Της το έδωσα και πάνω στην ανταλλαγή τα χέρια μας ακουμπήσανε. Η ατμόσφαιρα είχε έρθει στα νουάρ μέτρα μου. Το σαξόφωνο άρχισε να παίζει στο μυαλό μου. Η αγάπη και η ελπίδα έγιναν ξανά έννοιες με υπόσταση, η καρδιά μου άρχισε πάλι να χτυπάει με εκείνο τον παλιό παιδικό σκοπό.

Τα χέρια μας ενώθηκαν και άλλες φορές μες τη βραδιά, καθώς προσπαθούσαν να γευτώ την ύπαρξη της μέσα από τη γόπα του φτηνού τσιγάρου μου. Αυτό είναι ζωή; Ζωή είναι όπου είμαι και εγώ και ναι αυτή η στιγμή ήταν ζωή. Με θέα στη θάλασσα και στα αστέρια. Με θέα στο άπειρο και στο μυαλό τόσων αιώνων. Χωρίς βλέμματα και καρδιοχτύπια, μόνο μια ηρεμία και ο καπνός απ' το τσιγάρο που καπνίζαμε μαζί.

Τη βλέπω -στα μαλλιά σου πνέει- την αύρα.
Είναι βαθιά τα μάτια σου όπως να ‘βρα
το δρόμο της ζωής μου, τον Απρίλη.

Πια δεν πονώ μηδέ την ανεμώνη,
στης γης η ερωτοπάλη που τη λειώνει,
καθώς ορμάω για να σου πιω τα χείλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου