Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Ήθελα να την αγκαλιάσω

Θα συναντιόμασταν στις 10 στο Σύνταγμα. Ήταν όμορφη. Είχε όμως δοθεί ολοκληρωτικά στον αμείλικτο και σκληρό χρόνο. Η νύχτα ήταν ωραία και η μπύρα στο χέρι. Περπατούσα μισή ώρα ονειροπολώντας. Ήταν μια νύχτα ωραία.

Διάλεξε αυτή το μέρος. Δεν είχα κανένα πρόβλημα. Είχα λεφτά στη τσέπη, αλκοόλ στο αίμα και είχα καταληφθεί από τη γοητεία του φρέσκου ονείρου. Ξαφνικά ένιωσα μέσα μου το γνωστό, παλιό συναίσθημα. Θα άλλαζε επιτέλους πρόσωπο η φαντασίωση μου; Θα έβρισκα την μούσα μου; Θα αποκτούσε επιτέλους κάποιο νόημα αυτή η ατέλειωτη περιπλάνηση; Και να μην αποκτούσε όμως είχα άλλη μισή ώρα περιπατητικής ονειροπόλησης. Σύμφωνα με τον Νίτσε οι καλύτερες σκέψεις είναι αυτές που κάνεις περπατώντας. Θα τολμήσω να συμπληρώσω ότι και τα καλύτερα όνειρα είναι αυτά που κάνεις περπατώντας. Η τέχνη της ονειροπόλησης είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση.

Πάνω στο μεθύσι και την αδιαφορία μου της είχα συστηθεί ως άστεγος. Δεν το πολυπίστεψε βέβαια, αλλά το παραμύθι μου είχε μάλλον μια εναλλακτική γοητεία. Όταν της φανέρωσα μια από τις μάσκες μου φάνηκε να απογοητεύεται. Λογικό. Σε μια εποχή απόλυτης παρακμής όλοι προτιμάνε το μηδέν. Κάποτε είχα αγαπήσει και εγώ το μηδέν, ώσπου η φύση μου συστήθηκε ένα βράδυ. Ήμουν μηδενιστής από ανάγκη και όχι από επιλογή. Όπως είμαι και ''καλλιτέχνης'' από ανάγκη. Δεν επέλεξα τίποτα, με επέλεξαν. Το πνεύμα δεν χτυπάει την πόρτα, ούτε έρχεται με πρόσκληση. Είναι άνεμος το πνεύμα. Είναι κάτι πέρα από τις δυνάμεις και του πιο γενναίου πολεμιστή. Δεν ανήκει σε κανέναν το πνεύμα, δεν είναι ιδιοκτησία κανενός. Είναι κοινό και αιώνιο.

Είχε όμορφο πρόσωπο. Μου αρέσουν τα όμορφα πρόσωπα. Το βλέμμα της συνδύαζε τη ζωντάνια της ετοιμοθάνατης νεότητας και την μελαγχολία των χαμένων ονείρων. Έτσι είναι η ζωή κούκλα μου. Άσε του προβληματισμούς σου για ένα βράδυ και χόρεψε μαζί με το τελευταίο ζωντανό άνθρωπο που υπάρχει σε αυτή την πόλη. Πάλι αυτές οι αδικαιολόγητες κρίσεις μεγαλομανίας. Ένας ονειροπόλος με επίγειους στόχους. Ένα τίποτα μέσα στο κρύο και τους μορφωμένους αγροίκους. Αλλά αυτό το βλέμμα δεν με ξεγελάει. Θα μου χαρίσει νέα οράματα και νέους δρόμους. Άκουσα τη φωνή να μου ψιθυρίζει σιγά στο αυτί. ''Αφού όλα γύρω γίνονται μονάχα για να δίνουν στα ποιήματα σου μια αφορμή''.

Έχει περάσει πολλά. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζει. Εγώ δεν έχω περάσει τίποτα, αλλά τα έχω δει όλα. Δεν με ένοιαζε το παρελθόν της. Δεν υπάρχει παρελθόν και για πολλούς από μας δεν υπάρχει και μέλλον. Ήθελα να την αγκαλιάσω.

Το πιάνο ξεκίνησε. Το κρασί κύλησε. Η νύχτα τέλειωσε.

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Ένα σονέτο;

''Χθες βράδυ μέθυσα πέρα στην πλαγιά, συνήλθα,
και πάλι μέθυσα''

ΣΟΥ ΣΙΧ (1037-1101)


Κάποτε ήταν αργά.
Κάποτε μεθούσα παρέα με μεγάλη συντροφιά.
Είναι εύκολο να διαβάσεις μια αλήθεια,
η φύση απλώθηκε στα λερωμένα μου στήθια.

Κάποτε το μηδέν ήταν συμπαντική συνταγή.
Το πρώτο σκαλί δεν είναι η αρχή,
είναι παγίδα.
Ακροβάτης δεν γίνεσαι σε μια νύχτα.

Είναι δύσκολο να εκφράσω αυτό που είδα,
αυτήν τη σκληρή, την ωραία νύχτα.
Πως να παλέψω με τη ''ζωή'';

Ένα σονέτο; Άνεμε φύσα!
Γεννήθηκα στην παρακμή,
η φωτιά της νεότητας δεν θα έχει ανταμοιβή.