Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

Τουλάχιστον ξέρω να γαμάω

Βγαίναμε πάνω-κάτω δυο βδομάδες. Μιλάγαμε, πίναμε, κάναμε βόλτες, μαθαίναμε ο ένας το ψέμα του άλλου και γενικά κάναμε ότι κάνουν όλοι οι υποψήφιοι ερωτευμένοι. Μου άρεσε.

Είχε τα θέματα της βέβαια, αλλά όσοι με διαβάζετε θα έχετε καταλάβει ότι δεν είμαι ο αρμόδιος για να μιλήσω για ψυχολογικά προβλήματα. Είχε όμως αυτό που με τραβάει στις γυναίκες. Την αθωότητα, το ονειροπόλο βλέμμα, την απουσία του άνευ όρων συμβιβασμού. Της άρεσε να είναι στην αγκαλιά μου και εμένα μου άρεσε να της χαϊδεύω τα μαλλιά. Δεν έχω πολλά πράγματα να προσφέρω σε μια γυναίκα, αλλά δεν αισθάνομαι και την υποχρέωση να το κάνω.

Αν θέλετε τη γνώμη μου ήρθε ο καιρός να κάνουμε σεξ και αν θέλετε και τη γνώμη της, από την επαφή που είχαμε εκείνο το βράδυ με μόνο μάρτυρα μια σκιά, ήθελε και εκείνη το ίδιο. Θα πήγαινα λοιπόν στο σπίτι της. Η συνάντηση είχε κανονιστεί. 11:30 μπροστά από την εκκλησία. Εγώ έφτασα 11:45, αυτή 12:15. Δεν περίμενα ποτέ να βρω μια γυναίκα που να αργεί πιο πολύ από μένα. Μέχρι να έρθει είχα πιει δυο μπύρες και τουλάχιστον είχα μια καλή δικαιολογία για την ανάσα μου.

Είχε πάει να δει μια θεατρική παράσταση και το μόνο που δεν ήθελα ήταν να αρχίσει να μου μιλάει για αυτή. Αφού δεν είχαμε τίποτα άλλο να πούμε, αναγκαστικά την ρώτησα πως της φάνηκε. Τα επόμενα δέκα λεπτά κύλησαν μέσα σε ένα πέπλο αδιαφορίας. Έπρεπε να είχα πάρει και μια τρίτη μπύρα για το δρόμο.

Φτάσαμε σπίτι της, κάτσαμε στον καναπέ, βάλαμε κρασί. Στα πρώτα πέντε λεπτά είχα τη γλώσσα μου στο στόμα της και το χέρι μου στο στήθος της, στα δέκα λεπτά ήμασταν και οι δυο γυμνοί. Αγχώνομαι τρομερά όταν κάνω σεξ πρώτη φορά με μια γυναίκα και αν δεν είμαι μεθυσμένος είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα τα κάνω σκατά. Όντως η πράξη δεν κύλαγε σωστά, ήμουν απότομος, ήταν νωχελική. Σταμάτησα, άναψα τσιγάρο, ήπια λίγο νερό και προσπάθησα να συγκεντρωθώ.

Είναι και γαμώ τις γκόμενες. Πρέπει να την γαμήσεις καλά, πρέπει να την ξεσκίσεις. Μην είσαι μαλάκας. Μήπως έχω μεγάλο πρόβλημα; Μήπως να αυτοκτονήσω; Τι στον πούτσο μου συμβαίνει; Μαλάκα έχεις ένα όμορφο μουνί δίπλα σου, απλά γάμα το είναι τόσο απλό.

Πήγαμε στο δωμάτιο. Από τις φωνές της μπορώ να πω ότι τα κατάφερα τελικά. Τα κατάφερα. Μπορώ να κοιμηθώ ήσυχος πλέον, έκανα το χρέος μου σαν άντρας. Ολοκλήρωσα το καθήκον μου. Μπήκε το νερό στο αυλάκι. Ο κύβος ερρίφθη. Πήρε το μήνυμα. Κατάλαβε ποιος κάνει κουμάντο. Έμεινε κατενθουσιασμένη με τις σεξουαλικές μου επιδόσεις. Ναι, μπορεί να μην ξέρω ποιος είμαι και που πάω και τι κάνω σε αυτή τη ζωή, αλλά τουλάχιστον ξέρω να γαμάω. Κάτι δεν είναι και αυτό;

Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

Μια τεκίλα, μια σαμπούκα

Με χτυπάει η τρέλα στο κεφάλι. Θα πεθάνω αν δεν ζήσω. Θα πεθάνω αν δεν τα καταφέρω να ζήσω. Θα μαραζώσω. Θα παλαβώσω. Χτυπάει η τρέλα. Χτυπάει η νύχτα. Πονάει η νύχτα. Διψάει η νύχτα.

Μου θυμίζει τις μέρες που πίναμε μαζί. Τις μέρες τις εφηβικές με τρέλα ως το πρωί. Κάποτε την βγάζαμε σε παιδικές χαρές και έξω χόρευε η ζωή. Ήπιαμε μια βότκα και όλα απ'την αρχή.

Μια ιστορία παλιά. Σε μια παιδική χαρά. Τέσσερα παιδιά. Είχαμε πάει διακοπές σε ένα νησί. Όλοι μαζί.

Ο ένας στην κούνια, ο άλλος στη τσουλήθρα, οι άλλοι δυο στα παγκάκια να χαζεύουν την μαύρη θάλασσα. Ο πιο σοβαρός δεν άντεξε. Ο πιο νηφάλιος δεν άντεξε.

-Πάμε να πιούμε; σαν από πάντα έτοιμος βροντοφώναξε!

-Τι θα πιούμε;

-Βότκα!

Η νύχτα άλλαξε ρούχα. Έβγαλε τα καλά της, έβγαλε την μοναξιά της. Αρχίσαμε όλοι να αναπνέουμε. Ναι αυτό είναι ζωή. Αυτή είναι η αρχή. Αυτή είναι η λύση.

Μια βότκα σε σακούλα. Από δίπλα μια τεκίλα, μια σαμπούκα. Ναι, αυτό είναι ζωή! Η δίψα μου άρχισε να μειώνεται. Όταν μειώνεται η δίψα μπαίνει στο παιχνίδι η αλήθεια. Παίξε με την αλήθεια, είναι το καλύτερο παιχνίδι.

Καιρός να παίξει το παιδί. Ήρθε η μαγική στιγμή.