Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014

Ο ψηλός από το διπλανό γραφείο

-Ρε μαλάκα ξέρεις τι άκουσα;

-Τι;

-Ο ψηλός από το διπλανό γραφείο τον σφυρίζει στη Σπυριδούλα.

Ήταν η είδηση της ημέρας. Σε ολόκληρο το γαμημένο όροφο συζητούσαν για αυτή τη σχέση. Και μόνο που έβλεπα το φαρμάκι να στάζει από τα μάτια τους μου ερχόταν να ξεράσω. Μου την είχε βαρέσει από την κλεισούρα, το χανγκόβερ από το μεθύσι της προηγούμενης νύχτας δεν είχε φύγει, με είχαν πιάσει πάλι αυτές οι γνωστές απαισιόδοξες σκέψεις για το μέλλον μου και είχα και αυτούς τους καριόληδες να μου ζαλίζουν τα αυτιά με τις μαλακίες τους.

Δεν με ενδιέφερε καθόλου ποια πήδαγε ο ψηλός από το διπλανό γραφείο. Δεν ήξερα ποιος ήταν ο ψηλός από το διπλανό γραφείο και δεν ήθελα να μάθω. Δέχομαι το κουτσομπολιό ως μέσο για να περάσει η ώρα, στο κάτω-κάτω ότι λέμε για να περάσει η ώρα είναι, κουβέντα να γίνεται, αλλά όταν βλέπω υπερεκτιμημένες μετριότητες να τα παίρνουν όλα αυτά στα σοβαρά αισθάνομαι την ανάγκη να αυτοκτονήσω ή να σκοτώσω. Μάλλον να σκοτώσω μόνο. Την αυτοκτονία τη φυλάω για καλύτερες αφορμές.

Είχα τρεις ώρες ακόμα μέχρι να τελειώσω τη δουλειά και είχα αρχίσει να παρανοώ πάλι. Μου είχε κολλήσει στο μυαλό ο ψηλός από το διπλανό γραφείο και η φάση με τα γαμήσια. Έγινα ένας από αυτούς. Τα ζόμπι της ζωής. Δεν χρειάζεται να σε δαγκώσουν, αρκεί και μόνο που αναπνέουν δίπλα σου.

-Και που το ξέρετε ότι τη γαμάει;

-Τους έχουν δει να φεύγουν μαζί. Μερικοί λένε ότι της τον φερμάρει που και που στην αποθήκη στο τρίτο όροφο.

Η αργκό που χρησιμοποιούν είναι διασκεδαστική, η ηλιθιότητα τους όχι.

-Ξέρεις λένε και για μένα διάφορα στο γραφείο.

-Τι λένε;

-Ότι είμαι ένας αποτυχημένος που στα 35 θυμήθηκε να κάνει κάτι στη ζωή του. Ο πούστης μου το είπε μες στην μάπα. Φαντάσου τι θα λέει πίσω από την πλάτη μου.

Ήταν όντως ένας αποτυχημένος, αλλά αυτό ίσως και να είναι και παράσημο.

-Και εσύ τι του είπες;

-Τίποτα. Τον έγραψα στα αρχίδια μου. Πρώτα στο δεξί και μετά στο αριστερό. Την πούτσα την κρατάω για το τέλος.

Γέλασα. Έτσι είναι η ζωή. Ζεις με το σπαθί, πεθαίνεις με το σπαθί.

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

Ήξερε να δίνει συμβουλές ο πούστης

Συνήθιζα να περπατάω και να ακούω τα τραγούδια που της άρεσαν. Περπάταγα ακούγοντας τα τραγούδια που της άρεσαν και φανταζόμουν τη στιγμή που θα τη ξαναέβλεπα. Εγώ θα ήμουν στο ζενίθ και εκείνη σε μια λίμνη αθώας γοητείας.

Με λεφτά, με φήμη ή με τέχνη. Θα είχα κατακτήσει την επιτυχία, θα είχα γνωρίσει την αποθέωση. Θα ήμουν εγώ. Θα είχα φτάσει στο τέλειο εγώ μου, θα ήταν έτοιμη να με αποδεχτεί. Εδώ ταιριάζει ένα ποίημα του Παύλου Αβούρη. Το παραθέτω αυτούσιο.

Η τόση λαχτάρα μου
και το βάσανο
να σε περιμένω
συγκρίνονται μόνο
με την άγρια χαρά που με πιάνει
σα σκέφτομαι
να μην είμαι εδώ
όταν θα έρθεις.

Ίσως και να μην ταιριάζει τελικά. Όλα είναι μια τεράστια αντίφαση. Θα καταλάβει το λάθος της. Πρέπει να το καταλάβει. Θα την αναγκάσω να το καταλάβει. Κάποτε στα χρόνια της ατέλειωτης περιπλάνησης στο τίποτα καθόμουν κάτω από μια κρύα λάμπα παρέα με ένα φίλο σε γνώριμο δρόμο. Νύχτα, πάντα νύχτα, μόνο νύχτα και αλκοόλ και συζήτηση. Έτσι τη βγάζαμε, η νεολαία της πικρής χαράς.

Μόλις μου είχε στείλει ένα μήνυμα και μου έλεγε -μέσες άκρες- να πάρω τον πούλο. Απελπισμένος και χαμένος και χωρίς ίχνος σωστής κρίσης και σκέψης ζητούσα τη συμβουλή του άλλου πικραμένου της παρέας. Αυτός τουλάχιστον είχε χρόνια σχέση, εγώ το μόνο χρόνιο που είχα ήταν η μαλακία που με καταδυνάστευε και η υποτιθέμενη τρέλα μου. Το πρώτο ήταν αδιαπραγμάτευτο, το δεύτερο σωσίβιο.

-Τι να της απαντήσω;

-Πες της να πάει να γαμηθεί, αλλά με ωραίο τρόπο. Ξέρεις εσύ.

-Όχι, δεν ξέρω και ίσως να μην έχεις καταλάβει ακριβώς τι γίνεται, αλλά αυτή μου είπε να πάω να γαμηθώ με ωραίο τρόπο.

-Σωστά, οπότε εσύ πρέπει να της δείξεις ότι δεν σε ενδιαφέρει καθόλου. 

-Και μετά;

-Μετά τέλος.

Ήξερε να δίνει συμβουλές ο πούστης. Και τώρα περπατάω και ακούω τα τραγούδια που της άρεσαν και ο φίλος μου έχει πια χαθεί στην πραγματικότητα και αυτή είναι πια μια ανάμνηση, που έχει μπλεχτεί με τη φαντασία της στιγμής που θα τη ξαναδώ. Και η αλήθεια και το ψέμα γίναν ένα και δεν ξέρω πια αν όντως κάποτε την είχα αγκαλιά σε κείνο το διάλειμμα από την μακριά, ατέλειωτη, μοναχική περιπλάνηση. 

Κυριακή, 9 Μαρτίου 2014

Και εκείνη στο μουνί της

Αντί για σαξόφωνο, τρομπέτα. Αντί για μελαγχολία, προσδοκία για δικαίωση. Μια νύχτα που μπορεί να σου δώσει τα πάντα, αλλά σου κλείνει απλά περιπαικτικά το μάτι. Το μάτι.

Προσπαθούσα να την απομυθοποιήσω. Μόνο έτσι θα γλίτωνα. Μόνο έτσι θα ξέφευγα. Μόνο έτσι θα τελείωνε η γαμημένη η ιστορία. "Δεν είναι θεά". "Δεν είναι αυτό που περιμένεις". "Δεν είναι η γαλάζια πεταλούδα που κάθεται πάνω στο κόκκινο φωτάκι του μπουρδέλου". Αλλά είχε αυτό το βλέμμα...

Καθετί πάνω της ήταν μια γλυκιά απορία. Είναι αλήθεια ή ψέμα; Είναι ποτέ δυνατόν ένας ξοφλημένος σαν και μένα να συζητάει με αυτόν τον άγγελο; Δυο χρόνια μετά και η απορία αυτή με τυραννάει. Μια γαμημένη νουάρ ατμόσφαιρα και ένα λεμόνι που κρυφοκοιτάει μέσα από το αιώνια μισογεμάτο μου ποτήρι.

Η κουβέντα πήγαινε κάπως έτσι.

-Με αγαπάς; Μια εύλογη ερώτηση αν και λίγο πρώιμη. Δεν βγαίναμε ούτε μια βδομάδα.

-Γιατί το λες αυτό;

-Μου δίνεις αυτή την εντύπωση.

-Απλά είμαι διαχυτικός.

Ναι, είμαι διαχυτικός με τις γυναίκες που αγαπάω. Αλλά ήξερα ότι ήταν μια ερώτηση που προσδοκούσε μια αρνητική απάντηση. Ένιωθα μειονεκτικά απέναντι της. Ήταν μια κοπέλα που άξιζε τα πάντα και εγώ ήμουν ένας τύπος που δεν είχε τίποτα. Η αγάπη μου ήταν συμβόλαιο θανάτου, η απάθεια της ήταν το μυστικό της επιτυχίας.

Ήμουν χαμένος από χέρι. Το ήξερα. Ίσως και να γούσταρε άλλον. Τα λουλούδια ανθίζουν στον κάμπο, ο Κάφκα έχει πεθάνει, εγώ να περιμένω την μεγάλη αλλαγή και εκείνη στο μουνί της.

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

Είχα την μπύρα και μια πιθανότητα

Λίγη τζαζ, ένα τσιγάρο, μια μπύρα και μια διαφυγή από την πραγματικότητα. Τι άλλο να ζητήσει ένας άντρας μετά από μια σκληρή μέρα στη δουλειά; Δοκίμασα να γράψω με κλασσική και δεν μου βγαίνει. Το σαξόφωνο όμως με αναστατώνει και με γαληνεύει ταυτόχρονα.

Η νύχτα σαν να σαλεύει έξω απ' το δωμάτιο. Φαντάζομαι πράγματα τρελά. Οι ιστορίες που έχω διαβάσει και που έχω ακούσει με παρασέρνουν. Προσπαθώ να φανταστώ πως θα ήταν η ζωή χωρίς την μνήμη. Πως θα ήταν η ζωή χωρίς το θάνατο και πως θα ήταν η ζωή χωρίς εσένα.

Χωρίς το θάνατο η τέχνη θα μιλούσε για το μαρτύριο της αιωνιότητας. Αυτοί οι άνθρωποι δεν ησυχάζουνε ποτέ. Μια μόνιμη πληγή ανυπαρξίας. Αυτός ο ήχος μου ξυπνάει την καρδιά.

Για δυο βδομάδες νόμιζα ότι ήταν δικιά μου. Τρεις φορές την είχα δει και αυτή καμία. Δεν ήθελε να με δει και ίσως να μην υπήρχε και κάτι για να δει. Μπορεί να περάσανε μόλις τρία χρόνια από τότε, αλλά ούτε και εγώ ο ίδιος δεν αναγνωρίζω τη θύμηση του παλιού μου εαυτού. Περιπλανώμενος όπως τώρα, αλλά χωρίς τα ίδια εχέγγυα για ένα μέλλον που μπορεί και να σημαίνει κάτι. Δεν είχα συμβιβαστεί ακόμα.

Είχε το είδος της ομορφιάς που μιλάει στις αντρικές καρδιές. Είχε το ονειροπόλο βλέμμα και τη γλυκιά αυτοπεποίθηση της υποψήφιας ερωτευμένης. Είχε το μαχαίρι και το καρπούζι, είχε την πίτα και το σκύλο, είχε το βλέμμα και την παρουσία, είχε το μέλλον και το παρόν. Είχα την μπύρα και μια πιθανότητα.

Δεν μπορώ να πω ότι έπαιξα σωστά τα χαρτιά μου. Δεν είμαι καλός παίκτης, δεν μπορώ να μπλοφάρω, βαριέμαι να μπλοφάρω, δεν αξίζει να μπλοφάρω. Είμαι μυστικοπαθής αποτυχημένος. Είμαι ρομαντικός ως το μεδούλι και κυνικός ως τον ορίζοντα της φιλοδοξίας μου. Η φιλοδοξία μου είναι να καταλάβει κάποτε το λάθος που έκανε.

Την φίλησα μέσα στο σκοτάδι μιας πανσέληνου. Την ξάφνιασα. Δεν το περίμενε. Δεν είχε καταλάβει ότι δεν παίζω. Ότι δεν είμαι παίκτης. Είμαι αυτό που είμαι και ανάθεμα αν ξέρω και εγώ ο ίδιος που ανήκω σε αυτή την πραγματικότητα. Η επίγνωση αυτή με απομακρύνει από τα παιχνίδια ενός υποψήφιου ερωτευμένου κοριτσιού και με οδηγεί στα απόμακρα μονοπάτια μιας πένας από αίμα.