Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

Έχει ψυχή αυτός ο πότης

Την αγαπάω. Όχι αυτήν, μόνο το παλιό συναίσθημα. Την αλκοολική αντίληψη περί αγάπης. Μακριά από τα όρνεα. Μακριά από τις γκόμενες και τις γυναίκες των φίλων μου. Με τις νύχτες τις νεανικές, που θυμίζουν τις παλιές, καλές ιστορίες. Μόνο πρώτης εντάσεως κείμενα, να μη  προλαβαίνεις να στρίψεις το επόμενο τσιγάρο. Με το αλκοόλ να ρέει μέσα σου, με την καύλα να συσσωρεύεται στο είναι σου και εσύ να τραβάς μαλακία δίπλα στον καθρέφτη, που έχει αγοραστεί με τα λεφτά των γονιών σου, σκεπτόμενος την μάνα της πρώην γκόμενας σου. Δεν φταις εσύ που έχει τα ίδια χείλη με την κόρη της. Μια πίπα μόνο και μετά για ύπνο και μετά Καβάφη στα στενά και ίσως λίγο Νίτσε για τη τρέλα της στιγμής.

Να πάει να γαμηθεί όλος ο κόσμος. Το μόνο που έχει σημασία είναι το επόμενο κείμενο. Και αν δεν γράψεις τι θα κάνεις; Θα πεθάνεις; Θα ζήσεις; Θα γαμήσεις; Άσε τα συνθήματα για αυτούς που γουστάρουν τα μάτια που κοιτάνε τα καυλιά του διπλανού τραπεζιού. Δεν μιλάμε για λογοτεχνία. Κάποιος έφτιαξε και το συντακτικό και όσο γράφεις τόσο φεύγει και η ένταση. Μην γράφεις άλλο, μόνο γάμα και αν μπορείς βγάλε και κανένα φράγκο. Δεν γνωρίζω άγιους, μόνο πουτάνες που την βγάζουν μονογαμικά με γαμιάδες της δεκάρας, ενώ η ευρωπαϊκή ζώνη αφήνει τη τελευταία της πνοή στα κανάλια της νεοελληνικής υστερίας. Η μετριότητα βασίλευε ανέκαθεν σε αυτό τον τόπο.

Ξαναδιαβάζω το κείμενο και μου αρέσει και δεν παίρνω ναρκωτικά, μόνο κανά ούζο και ναι κάποτε την έβγαζα με δέκα ευρώ και τώρα με εκατό και πραγματικά δεν βλέπω την διαφορά. Πάλι μαλακίζομαι με μανάδες και βρέφη, πάλι η ηδονή είναι μια λέξη, μια κραυγή, λίγο σκοτάδι. Πίνω και σκέφτομαι άλλες ζωές. Μόνο κοιτάω, δεν πράττω, δεν ξέρω τι σημαίνει η λέξη πράξη. Μάλλον κάτι που κάνεις όταν δεν ξέρεις τι σημαίνει χρόνος. Όλα πέρασαν πια. Και εσύ είσαι με άλλον, αλλά δεν με ενδιαφέρει αυτό, μόνο η επόμενη νύχτα. Βάλε λίγο πάγο στο ούζο μου μαλάκα. Έχω πληρώσει το μισό και έχω κεράσει αλήθεια για δέκα ζωές. Αν δεν ήσουν τόσο ηλίθιος δεν θα ήσουν φίλος μου.

Παίξε και αυτό το κομμάτι. Δεν ξέρω ποιος είμαι. Θα πω κάτι αστείο σε λίγο. Ετοίμασε το βάρβαρο γέλιο σου. Οι σοφοί δεν ασχολούνται με Ιθάκες, μόνο με μουνιά και πούτσες, που βολτάρουν ελεύθερα από κώλο σε στόμα και έχω ένα λεκέ στο κεφάλι, που δεν καθαρίζει με λίγους σοφούς αφορισμούς. Πρωτογενής η σκέψη μου και άνομη η λαλιά μου. Φίλα με, αγκάλιασε με, έλα να κοιμηθείς μαζί μου. Αν θες ας γαμηθούμε, άλλωστε είναι νύχτα και η αυτοκτονία δεν είναι πια μια ιστορία για αγρίους. Γνώρισα την υποτίμηση και γούσταρα. Ναι και ας βαριέμαι κάτι γράφω. Μάλλον γ'αυτό δεν είναι καλό, μάλλον γ'αυτό δεν είναι βολικό.

Αποκοιμήθηκα πάνω στην ορμή μου. Το έχω ξαναπεί και τριβελίζει συνέχεια το μυαλό μου. Όλα είναι θέμα εντροπίας. Φοβάμαι πολύ συχνά. Αναιρώ όλα μου τα πιστεύω μπροστά στο ακαθόριστο κοινωνικό άγχος. Ζω ψυχαναγκαστικά, οι σκέψεις δεν είναι λουλούδια να τα δώσεις σε ένδειξη σεβασμού, δεν είναι υπόκλιση, ούτε χειραψία με ένα καινούριο άγνωστο. Δεν μιλάω για περιπτώσεις πείνας, μόνο για λίγη περιθεριοποίηση. Βρες μου ένα λόγο να δυστυχήσω, γιατί δεν βγαίνει η βδομάδα. Ούτε η μέρα μην σου πω. Έχει ψυχή αυτός ο πότης.

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Το Πρώτο Σκαλί

Συνήθιζα να κάνω βόλτες μόνος μου. Πήγαινα με τα πόδια μέχρι το Θησείο και καθόμουν στα παγκάκια, παρατηρώντας τον κόσμο που πέρναγε. Δεν ήμουν σε αδιέξοδο, δεν είχα την απαραίτητη δόση δυστυχίας, μόνο μια ακαθόριστη μελαγχολία. Η πληγή μου δεν ήταν βαθιά. Αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά. Ονειροπολούσα με κινηματογραφική ακρίβεια και πάντα με βασάνιζε η ίδια απορία. Είναι όλα αυτά αλήθεια; Όχι πολύ πρωτότυπη υπαρξιακή αναζήτηση, αλλά δεν είμαι ο εκλεκτός. Ίσως μόνο σε σύγκριση με την κοινή ανυπαρξία.

Έχω βαλτώσει στο πρώτο σκαλί του Καβάφη. Ίσως είναι νωρίς ακόμα, αλλά τα δείγματα είναι εμφανή. Η οκνηρία και η λαγνεία δεν με αφήνουν να δράσω και να συγκεντρωθώ. Ο Καβάφης με ανακουφίζει. Ναι, δεν είναι και λίγο να φτάσεις στο πρώτο σκαλί. Άλλοι δεν ξέρουν καν ότι υπάρχει αυτή η σκάλα. Αλλά δεν αντέχω να μπαίνω σε διαδικασία σύγκρισης με τους ανθρώπους, που γεννήθηκαν άνθρωποι και εξελίχθηκαν σε ζώα. Τα ζώα ζουν, οι άνθρωποι υπάρχουν. Το να υπάρχεις όμως ξέροντας ότι οι δυνατότητες σου είναι περιορισμένες είναι μαρτύριο και θλίψη. Πως να εκφράσεις αυτή την αλήθεια; Πρέπει να καταστρέψεις τη ζωή και το πνεύμα σου. Μιλάμε για θυσίες και αίμα με το κιλό, όχι για νεανικές επιπολαιότητες. Δεν είναι άρτος και θεάματα, είναι κραυγή μέσα στο πλήθος. Είναι ένας πίνακας του Μουνκ, είναι ένα σαξόφωνο σε χειμωνιάτικο σοκάκι.

Ζούσα μέσα σε όνειρα και φαντασιώσεις. Οι δαίμονες μου όμως δεν με βασάνιζαν συχνά. Ήμουν καλοζωισμένος και ας μην είχα τίποτα.  Η τρέλα μου με άφηνε συχνά μόνο και αυτή η μοναξιά ήταν ανυπόφορη. Δεν μπορούσα να βρω διάρκεια στα συναισθήματα και τη σκέψη μου. Την έβγαζα συλλέγοντας εμπειρίες, επηρεασμένος από ένα τρόπο ζωής, που δεν μου ταίριαζε, αλλά δεν είχα και κάτι άλλο να κάνω. Βήμα, βήμα έφτασα με κόπο στο πρώτο σκαλί και τότε αντίκρισα το θάνατο να μου χαμογελά. Μετά από αυτό το κομβικό σημείο στη ζωή κάθε αληθινού ανθρώπου, έρχεται το γνωστό σε όλους δίλημμα που σου διαλύει τα σωθικά. Αυτοκτονώ, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, ή συνεχίζω; Συνεχίζω, περιμένοντας για την εποχή της ανύψωσης, για την μεταφορά στο επόμενο στάδιο της σκέψης, όπου ο πόνος και η αλήθεια γίνονται ένα και το αποτέλεσμα αποκτά μια διαχρονικότητα, που μετατρέπει την αθανασία σε μια Ιθάκη που σε ικανοποιεί με την αποδεκτή -ως σοφός πλέον- ματαιότητα της.

''Ζωή είναι να μην σκέφτεσαι'' έγραφε ο Πεσσόα και πέθανε απ' το αλκοόλ μέσα στην ανωνυμία. Ποιον να συμβουλευτώ; Τον Καβάφη ή τους φίλους μου; Αν η ηδονή ήταν για αυτόν η μοναδική διέξοδος, για μένα τότε δεν υπάρχει ελπίδα. Το πρώτο σκαλί. Έχω πέντε μέρες να πιω και ήδη έχω αρχίσει και βαριέμαι. Πρέπει το τέρας κάπου να εκτονωθεί. Πρέπει τα νιάτα να πιάσουν τόπο. Άλλωστε η κάθοδος είναι κοντά και ότι καλό και να έρθει μετά θα είναι πλέον πολύ αργά. Κάθομαι στο γραφείο μου, με το τσιγάρο μου και το σαξόφωνο μου. Η γνωστή νουάρ ατμόσφαιρα, που μου δίνει εκείνη την παλιά έξαψη του νεανικού, αθώου έρωτα. Της πρώτης εποχής. Μιας εποχής που έχει διαγραφεί από την μνήμη και την καρδιά μου και απλά με επισκέπτεται για να μου θυμίσει το βάρος του χρόνου και της μοναξιάς. Ας πάει στο διάολο και αυτή η νύχτα. Θα μεθύσω σύντομα.

Αποκηρύσσω σχεδόν ότι έχω γράψει και ζήσει μέχρι τώρα και θα συνεχίσω να το κάνω μέχρι να πεθάνω και να γίνει η ζωή που έζησα ένα τίποτα. Αυτός είναι ένας προσιτός στόχος και το τίποτα αυτό θα είναι το μεγαλύτερο έργο τέχνης μου. Παραθέτω το ποίημα του Καβάφη. Σε ευχαριστώ. Είναι η πρώτη κουβέντα παρηγοριάς που έχω ακούσει στη ζωή μου. Ένα φιλικό χτύπημα στον ώμο, μια αγκαλιά ίσως, ένα χαμόγελο.

Το Πρώτο Σκαλί

Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης·
«Τώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω
κ’ ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Aλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα·
κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ’ ανεβώ ο δυστυχισμένος.»
Είπ’ ο Θεόκριτος· «Aυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.»

Κ.Π. Καβάφης