Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Το Πρώτο Σκαλί

Συνήθιζα να κάνω βόλτες μόνος μου. Πήγαινα με τα πόδια μέχρι το Θησείο και καθόμουν στα παγκάκια, παρατηρώντας τον κόσμο που πέρναγε. Δεν ήμουν σε αδιέξοδο, δεν είχα την απαραίτητη δόση δυστυχίας, μόνο μια ακαθόριστη μελαγχολία. Η πληγή μου δεν ήταν βαθιά. Αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά. Ονειροπολούσα με κινηματογραφική ακρίβεια και πάντα με βασάνιζε η ίδια απορία. Είναι όλα αυτά αλήθεια; Όχι πολύ πρωτότυπη υπαρξιακή αναζήτηση, αλλά δεν είμαι ο εκλεκτός. Ίσως μόνο σε σύγκριση με την κοινή ανυπαρξία.

Έχω βαλτώσει στο πρώτο σκαλί του Καβάφη. Ίσως είναι νωρίς ακόμα, αλλά τα δείγματα είναι εμφανή. Η οκνηρία και η λαγνεία δεν με αφήνουν να δράσω και να συγκεντρωθώ. Ο Καβάφης με ανακουφίζει. Ναι, δεν είναι και λίγο να φτάσεις στο πρώτο σκαλί. Άλλοι δεν ξέρουν καν ότι υπάρχει αυτή η σκάλα. Αλλά δεν αντέχω να μπαίνω σε διαδικασία σύγκρισης με τους ανθρώπους, που γεννήθηκαν άνθρωποι και εξελίχθηκαν σε ζώα. Τα ζώα ζουν, οι άνθρωποι υπάρχουν. Το να υπάρχεις όμως ξέροντας ότι οι δυνατότητες σου είναι περιορισμένες είναι μαρτύριο και θλίψη. Πως να εκφράσεις αυτή την αλήθεια; Πρέπει να καταστρέψεις τη ζωή και το πνεύμα σου. Μιλάμε για θυσίες και αίμα με το κιλό, όχι για νεανικές επιπολαιότητες. Δεν είναι άρτος και θεάματα, είναι κραυγή μέσα στο πλήθος. Είναι ένας πίνακας του Μουνκ, είναι ένα σαξόφωνο σε χειμωνιάτικο σοκάκι.

Ζούσα μέσα σε όνειρα και φαντασιώσεις. Οι δαίμονες μου όμως δεν με βασάνιζαν συχνά. Ήμουν καλοζωισμένος και ας μην είχα τίποτα.  Η τρέλα μου με άφηνε συχνά μόνο και αυτή η μοναξιά ήταν ανυπόφορη. Δεν μπορούσα να βρω διάρκεια στα συναισθήματα και τη σκέψη μου. Την έβγαζα συλλέγοντας εμπειρίες, επηρεασμένος από ένα τρόπο ζωής, που δεν μου ταίριαζε, αλλά δεν είχα και κάτι άλλο να κάνω. Βήμα, βήμα έφτασα με κόπο στο πρώτο σκαλί και τότε αντίκρισα το θάνατο να μου χαμογελά. Μετά από αυτό το κομβικό σημείο στη ζωή κάθε αληθινού ανθρώπου, έρχεται το γνωστό σε όλους δίλημμα που σου διαλύει τα σωθικά. Αυτοκτονώ, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, ή συνεχίζω; Συνεχίζω, περιμένοντας για την εποχή της ανύψωσης, για την μεταφορά στο επόμενο στάδιο της σκέψης, όπου ο πόνος και η αλήθεια γίνονται ένα και το αποτέλεσμα αποκτά μια διαχρονικότητα, που μετατρέπει την αθανασία σε μια Ιθάκη που σε ικανοποιεί με την αποδεκτή -ως σοφός πλέον- ματαιότητα της.

''Ζωή είναι να μην σκέφτεσαι'' έγραφε ο Πεσσόα και πέθανε απ' το αλκοόλ μέσα στην ανωνυμία. Ποιον να συμβουλευτώ; Τον Καβάφη ή τους φίλους μου; Αν η ηδονή ήταν για αυτόν η μοναδική διέξοδος, για μένα τότε δεν υπάρχει ελπίδα. Το πρώτο σκαλί. Έχω πέντε μέρες να πιω και ήδη έχω αρχίσει και βαριέμαι. Πρέπει το τέρας κάπου να εκτονωθεί. Πρέπει τα νιάτα να πιάσουν τόπο. Άλλωστε η κάθοδος είναι κοντά και ότι καλό και να έρθει μετά θα είναι πλέον πολύ αργά. Κάθομαι στο γραφείο μου, με το τσιγάρο μου και το σαξόφωνο μου. Η γνωστή νουάρ ατμόσφαιρα, που μου δίνει εκείνη την παλιά έξαψη του νεανικού, αθώου έρωτα. Της πρώτης εποχής. Μιας εποχής που έχει διαγραφεί από την μνήμη και την καρδιά μου και απλά με επισκέπτεται για να μου θυμίσει το βάρος του χρόνου και της μοναξιάς. Ας πάει στο διάολο και αυτή η νύχτα. Θα μεθύσω σύντομα.

Αποκηρύσσω σχεδόν ότι έχω γράψει και ζήσει μέχρι τώρα και θα συνεχίσω να το κάνω μέχρι να πεθάνω και να γίνει η ζωή που έζησα ένα τίποτα. Αυτός είναι ένας προσιτός στόχος και το τίποτα αυτό θα είναι το μεγαλύτερο έργο τέχνης μου. Παραθέτω το ποίημα του Καβάφη. Σε ευχαριστώ. Είναι η πρώτη κουβέντα παρηγοριάς που έχω ακούσει στη ζωή μου. Ένα φιλικό χτύπημα στον ώμο, μια αγκαλιά ίσως, ένα χαμόγελο.

Το Πρώτο Σκαλί

Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης·
«Τώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω
κ’ ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Aλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα·
κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ’ ανεβώ ο δυστυχισμένος.»
Είπ’ ο Θεόκριτος· «Aυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.»

Κ.Π. Καβάφης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου