Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

Μια τεκίλα, μια σαμπούκα

Με χτυπάει η τρέλα στο κεφάλι. Θα πεθάνω αν δεν ζήσω. Θα πεθάνω αν δεν τα καταφέρω να ζήσω. Θα μαραζώσω. Θα παλαβώσω. Χτυπάει η τρέλα. Χτυπάει η νύχτα. Πονάει η νύχτα. Διψάει η νύχτα.

Μου θυμίζει τις μέρες που πίναμε μαζί. Τις μέρες τις εφηβικές με τρέλα ως το πρωί. Κάποτε την βγάζαμε σε παιδικές χαρές και έξω χόρευε η ζωή. Ήπιαμε μια βότκα και όλα απ'την αρχή.

Μια ιστορία παλιά. Σε μια παιδική χαρά. Τέσσερα παιδιά. Είχαμε πάει διακοπές σε ένα νησί. Όλοι μαζί.

Ο ένας στην κούνια, ο άλλος στη τσουλήθρα, οι άλλοι δυο στα παγκάκια να χαζεύουν την μαύρη θάλασσα. Ο πιο σοβαρός δεν άντεξε. Ο πιο νηφάλιος δεν άντεξε.

-Πάμε να πιούμε; σαν από πάντα έτοιμος βροντοφώναξε!

-Τι θα πιούμε;

-Βότκα!

Η νύχτα άλλαξε ρούχα. Έβγαλε τα καλά της, έβγαλε την μοναξιά της. Αρχίσαμε όλοι να αναπνέουμε. Ναι αυτό είναι ζωή. Αυτή είναι η αρχή. Αυτή είναι η λύση.

Μια βότκα σε σακούλα. Από δίπλα μια τεκίλα, μια σαμπούκα. Ναι, αυτό είναι ζωή! Η δίψα μου άρχισε να μειώνεται. Όταν μειώνεται η δίψα μπαίνει στο παιχνίδι η αλήθεια. Παίξε με την αλήθεια, είναι το καλύτερο παιχνίδι.

Καιρός να παίξει το παιδί. Ήρθε η μαγική στιγμή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου